ὡς παρεικαζομενη , οἱος ἀστηρ ἀν προς αὐτην κατα τριγωνον βλεψῃ , τῃ φυσει τουτου συγκρατει και συγγαμειται τουτου :
ἐαν δε τουτων ὀντων και ὁ Ἀρης ἠ ὁ Ἑρμης βλεψῃ ἐσται το κλαπεν εὐμορφον , ἐρασμιον , ποικιλως και
9998063 ὠκεανῳ
Ἡ τοινυν καθ ' ἡμας θαλασσα και συναπτουσα τῳ δυτικῳ ὠκεανῳ δια του Ἡρακλειου πορθμου , περιγραφει τας τρεις ἠπειρους
τουτοις και των δυο νησων των ἐν τῳ ἀρκτῳῳ κειμενων ὠκεανῳ , ἁς κοινως μεν Πρεττανικας καλουσι , λεγεται δε
9997954 Εὐρωπῃ
Γερμανιας [ της ] μεγαλης περιπλους . Σαρματιας της ἐν Εὐρωπῃ περιπλους . Περι των Πρεττανικων νησων . Ἰουερνιας νησου
οὐ πολλῳ σχετλιωτερον αὐτους συνεξεργασασθαι τους Ἑλληνας τους ἐν τῃ Εὐρωπῃ Θηβαιοις ; εἰ γαρ Λακεδαιμονιοις πολεμῳ κατειργομενοις γραψαι τους
9997877 ἑλμινθαϲ
ἱϲταν ὀδονταϲ , μετα μελιτοϲ δε πινομενοϲ ἐξαγει ταϲ ϲτρογγυλαϲ ἑλμινθαϲ , μετ ' ὀξυμελιτοϲ δε ϲπληνα τηκει και ταϲ
, αἱ δη και ταχιον ἀποκτεινονται . παρεπεται δε τοιϲ ἑλμινθαϲ ϲτρογγυλαϲ ἐχουϲι δηγμοϲ ἐντερων και κοιλιαϲ και βηχεϲ μικραι
9997857 γληχωνοϲ
ϲκολοπενδριον παιωνιαϲ ῥιζα χαμαιδρυοϲ ἀφεψημα χαμαιπιτυοϲ κενταυριου μαλιϲτα του λεπτου γληχωνοϲ ἀφεψημα καππαρεωϲ φλοιοϲ κολοκυνθιδοϲ ἀποβρεγμα πινομενον λινοζωϲτιϲ ἐϲθιομενη και
κοχλιαριον . Ἀλλο ἐλιγμα δοκιμον : πραϲιου ὑϲϲωπου ἰρεωϲ γλυκυριζηϲ γληχωνοϲ δικταμνου ἐλελιϲφακου ἰϲχαδων φοινικων πατητων ἀνα # α ὑδατοϲ
9997852 Λευκιῳ
τῃ μητρι ἐτρεφετο Ἀντιᾳ , και τῳ ταυτης ἀνδρι Φιλιππῳ Λευκιῳ , ὁς ἠν ἀπογονος των τον Μακεδονα Φιλιππον κεχειρωμενων
ἀποστασεως τριακοντα . Και μετα βραχυ ἐκ Ῥωμης ἡκοντι στρατηγῳ Λευκιῳ Ὑψαιῳ , ἐχοντι στρατιωτας ἐκ Σικελιας ὀκτακισχιλιους , εἰς
9997802 ἐβαδιζε
πολυ πλειους κατα λογον των δημοτων , ἐπ ' ἀκρων ἐβαδιζε των ὀνυχων ἐν τῃ πολει σχεδην , δεδορκως ἀτενες
πλειους κατα λογον των δημοτων , ἐπ ' ἀκρων ὀνυχων ἐβαδιζε , δεδορκως ἀτενες εἰς γην κατω . ἐρωτωντος δε
9997796 Κυπριδι
Αἱδ ' ὑπερ Ἑλληνων τε και εὐθυμαχων πολιηταν ἐσταθεν εὐχεσθαι Κυπριδι δαιμονιαι : οὐ γαρ τοξοφοροισιν ἐμησατο δι ' Ἀφροδιτα
Διι διακονω και σεμνος εἰμ ' ἑκαστοτε Ἡρᾳ λαλων και Κυπριδι παρακαθημενος . και Ἀλκμαν δε φησι το νεκταρ ἐδμεναι
9997756 Νεμεα
πʹ Ὀλυμπιαδα . Ἀλκιμεδοντι παιδι παλαιστῃ , και Τιμοσθενει παλαιστῃ Νεμεα . Μελησιᾳ ἀλειπτῃ . Ἀλκιμεδοντι παιδι παλαιστῃ και Τιμοσθενει
αὐτος ὁ Ἀλκιμεδων Ὀλυμπια νενικηκεν , ὁ δε ἀδελφος Τιμοσθενης Νεμεα : διο οὐ παντες παντων κοινωνουσι των ἀγαθων .
9997719 ῥᾳδιωϲ
ξηρανϲιϲ ἐπι τοϲουτον , ὡϲ ἀποϲτηναι το πεπονθοϲ ὀϲτουν . ῥᾳδιωϲ οὐν ἀναπλευϲει τα ἐγκαθημενα των ὀϲτων , εἰ μηκωνοϲ
, εἰ μεν ἁπαξ ϲυϲταιη , δια ἐμετων καθαρθειϲα καθιϲταται ῥᾳδιωϲ : εἰ δε αὐθιϲ ἐξ ἑτερου τινοϲ ἠ ἑτερων
9997699 δοιδυξ
, τους περδικας , ὠ περδικες . Ἑνικα . Ὁ δοιδυξ του δοιδυκος , ὁ Βεβρυξ του Βεβρυκος : ὁσα
. Ἐστωσαν δε ἐν τῃ τοιαυτῃ σφαιροποιϊᾳ ἐργαλεια τοιαυτα : δοιδυξ ἀργυρους , λαβις ἀργυρα , χειροδακτυλοι ἀργυροι : και
9997644 ϲμυρνηϲ
, ἀϲαρου , κροκου ἀνα # α , ἰρεωϲ , ϲμυρνηϲ , ϲτυρακοϲ , βδελλιου , ἀμμωνιακου θυμιαματοϲ ἀνα #
α . Τερεβινθινηϲ ⋖ κ , ναρδου ⋖ ιϚ , ϲμυρνηϲ ϲτακτηϲ ⋖ Ϛ , καρδαμωμου , βολβων ἀνα ⋖
9997637 Αἰθιοπα
δε και ὁμοφωνως τωι ἀρσενικωι , κατα τους παλαιους : Αἰθιοπα γουν , φασι , φωνην Αἰσχυλος λεγει και ποτερα
κατελιπεν εὐρυθμοτατα και χαριν ἐχοντα πλειστην και σκωμματα κομψοτατα . Αἰθιοπα σμηχων : ἐπι των ματην ἀνηνυτον ἐργον ἐπιτελουντων .
9997634 ἑαλω
Πολυβος , Ἀλκανδρας ἀνηρ , ἐφ ' οὑ το Ἰλιον ἑαλω , ἐτη ζʹ . Ὁμου ἐτη ρϘδʹ . Ἐπι
κινησεις και τῳ αὐτης χρονῳ . ποσον χρονον το Ἰλιον ἑαλω ; δεκα ἐτεσι , τουτο δε ἐστι τοσαιδε περιφοραι
9997629 ὑληϲ
. και ἡ λεπιϲ δε του ϲτομωματοϲ τηϲ αὐτηϲ ἐϲτιν ὑληϲ . ὁϲα μεν οὐν των ϲτυφοντων ἱκανωϲ γεωδη ταιϲ
ἠ πλευρον ἠ πνευμονα ἠ τι των κυριων μεταϲταϲηϲ τηϲ ὑληϲ . βελτιον μεν οὐν ἐπι μεν των χολωδεϲτερων ἠ
9997611 ὀξοϲ
εἰϲ ψυχρον ὑδωρ ἀλλαϲϲων . εἰ δε ἀντι του ὑδατοϲ ὀξοϲ μιξῃϲ τῃ κηρωτῃ ἐπιρραινων ἐν τῳ λειουϲθαι αὐτο ἐν
εἰδη κοπεντα , τα δε χλωρα ἀκοπα βαλλε εἰϲ το ὀξοϲ , και παλιν μετα ζ ἡμεραϲ παντα ϲιρωϲαϲ ἐπιβαλλε
9997595 πηλῳ
ὡς λεγομεν ἀποματτεσθαι τον ἀνδριαντα πηλῳ : ἠλειφον γαρ τῳ πηλῳ και τῳ πιτυρῳ τους μυουμενους , ἐκμιμουμενοι τα μυθολογουμενα
κυθριδιον ἀσυμποτον Ἀφρικανος ἐκαλεσεν . Πηλουται τοινυν ἡ κυθρα αὑτη πηλῳ , ἠτοι φιαλη ἠ φανος ὑελους αὐτῳ ἐπικειμενος και
9997592 ὠτοϲ
το μεν ἑτερον περαϲ του καλαμου ἐναρμοϲαϲ τῃ κοιλοτητι του ὠτοϲ , το δε ἑτερον τῳ τρηματι του πωματοϲ τηϲ
ἠ τουϲ ὑπο ταϲ ὑδριαϲ ὀνουϲ ἠ ἀραχναϲ . Διαπυηϲαντοϲ ὠτοϲ θεραπεια και δυϲηκοϊαϲ . διαπυηϲαϲηϲ δε τηϲ φλεγμονηϲ και
9997582 δαψιλη
, τον βιον ἐδοσαν , τουτεστι τα προς τον βιον δαψιλη και πλουσια : δια γαρ του ἐπηετανου τουτο βουλεται
οὐκ ὀλιγον πληθος γενναται τοις ἐχουσι κακοχυμιαν ἐν τοις σωμασι δαψιλη , και του δερματος ἀφισταται τε και ἀποπιπτει καθαπερ
9997567 κραϲεωϲ
. κατακειϲθω δε ὁ καμνων ἐν τοπῳ φωτοϲ τε και κραϲεωϲ ϲυμμετρωϲ ἐχοντι και ποικιλων τινων ἀπηλλαγμενῳ ζωγραφιων , ἐν
. ἡ δε διαγνωϲιϲ ϲοι ἐϲτω πρωτον μεν ἐκ τηϲ κραϲεωϲ και τηϲ ἑξεωϲ του ἀνθρωπου , ἐπειτα δε κἀκ
9997553 σιγῃ
μεν ἡττους , ἀρετῃ δε οὐ χειρους . οὐ μεντοι σιγῃ θαυμαζομεν , ἀλλα λεγοντες τε και ἀκουοντες διατελουμεν ἐπιθυμων
οὐν ἐνθυμουμενος ἐγνωκειν παρεχειν ὡς ἀληθως ὡσπερ ἰατρῳ τῳ θεῳ σιγῃ ποιειν ὁ τι βουλεται . νυν δε ὡς ἐσχε
9997551 χεδροπα
ἐχεται της θεωριας . Ὁλως δε πολυκαρποτερα και πολυχουστερα τα χεδροπα , τουτων δ ' ἐτι μαλλον τα θερινα κεγχρος
ἀρκει τα εἰρημενα . Την δε ἀνθησιν πολυχρονιωτεραν ποιουνται τα χεδροπα των σιτωδων ὁτι των μεν ἀσθενες το ἀνθος :
9997551 φοινιξι
πλησιον τοπων , ἡ δε ὑλη πολλακις εἰρηται κειμενη ἐν φοινιξι , σταφισι , κηκισι , σιδιοις , στυπτηριᾳ ,
, ἐν ᾑ ταφος Ἐρυθρα δεικνυται , χωμα μεγα ἀγριοις φοινιξι καταφυτον : τουτον δε βασιλευσαι των τοπων και ἀπ
9997539 κτλ
ὡν εἱς μεν κτλ . Ϛʹ . τον δε μετα κτλ . ζʹ . Ἀρεως δε κτλ . ηʹ .
, μαλιστα . συγκαταθετικωτερον δοκει μοι . ὁτι μεν γαρ κτλ . ἀγαθοι πλειστοι ἐκ του τιμασθαι . το Ὁμηρικον
9997533 πηγη
φυονται . πηγη δ ' ἐστι θαλασς ' ὑδατος , πηγη δ ' ἀνεμοιο : οὐτε γαρ ἐν νεφεσιν πνοιαι
ἐπιγραμμα τοιονδε : ἡδεια ψυχροιο ποτου λιβας , ἡν ἀναβαλλει πηγη : ἀλλα νοῳ πετρος ὁ τησδε πιων . :
9997522 ἁλοϲ
μεν ὀξυκρατῳ ἑψων αὐτην , ἐν δε ταιϲ περιοδικαιϲ ἀναγωγαιϲ ἁλοϲ ὀλιγον ϲυμπλεκων , ποτιζε μεθ ' ὑδατοϲ : ὁτε
. Ἀλλο . μελανθιου λειου ⋖ η ἀφρονιτρου ⋖ α ἁλοϲ ἀμμωνιακου ⋖ α ἐλαιῳ ἠ ἰρινῳ ἠ κυπρινῳ ἀνεϲαϲ
9997517 ὀποϲ
μελιτοϲ ϲτυπτηρια χαλκιτηϲ μιϲυ μυρικηϲ καρποϲ τερεβινθινηϲ μετα μελιτοϲ ὀμφακιον ὀποϲ ϲιλφιου και ὁ κυρηναικοϲ καϲϲια και παϲαι αἱ ϲτοματικαι
χυλοϲ . ἀντι ὀποπανακοϲ γαλα ϲυκαμινου . ἀντι ὀπου Κυρηναϊκου ὀποϲ Ϲυριακοϲ . ἀντι ὀποκαρπαϲου ὀποϲ μυρϲινηϲ . ἀντι ὀπου
9997516 ἀχωραϲ
ἐν τῃ θυιᾳ και μαλαξαϲ ἐπιμελωϲ χρω . Ϲμηγμα προϲ ἀχωραϲ . παρακμαζουϲηϲ δε τηϲ διαθεϲεωϲ και οὐληϲ παντελωϲ ἐπιγιγνομενηϲ
αὐταϲ , και μεν δη και καταντλουμενον ἐξωθεν ὀνινηϲιν ἀλφουϲ ἀχωραϲ ἐξανθηματα ψωραϲ γαγγραιναϲ ἑλκη κακοηθη τῳ ξηραινειν ἀδηκτωϲ .
9997508 ΔΖ
: οὐκ ἀρα ἡ ΔΜ τριτη ἀναλογον ἐστιν των ΕΔ ΔΖ . Εἰληφθω των ΕΔ ΔΖ τριτη ἀναλογον ἡ ΟΠ
, και ἀναστρεψαντι ἀρα ἐστιν ὡς ὁ ΕΔ προς τον ΔΖ , οὑτως το ἀπο της ΗΒ προς το ἀπο
9997499 σιωπῃ
ἀκην , οἱον : παντες , ἀκην δ ' ἐγενοντο σιωπῃ : και ἐξ αὐτου ἀκεων : ἀλλ ' ἀκεων
. † τουτεστιν ἐκαλυπτετο ὑπο πολλης χιονος , ἀντι του σιωπῃ . * ἐν . . Δεον εἰπειν νωνυμως ,
9997495 Ὑδροχοῳ
Λεοντι μοιρας κζʹ ἠ ἐν τῳ ἰσαναφορῳ : εἰσι δε Ὑδροχοῳ κατα τας ὡριαιας διαστολας . εἰσι δε αἱ κζʹ
δια τον Ζυγον , Κρονος δια το την Ἀφροδιτην εἰναι Ὑδροχοῳ , Ἀρης δια το τον Κρονον Κριῳ εἰναι .
9997495 ΑΕ
το ὑπο ΛΞΖ του ὑπο ΚΞΘ ἐλασσον ἐστι τῳ ἀπο ΑΕ , τουτεστι τῳ ὑπο ΛΘΖ . ἐστι δε :
ΗΘ του ΓΔ , τα αὐτα μερη ἐστι και ὁ ΑΕ του ΓΖ . διῃρησθω ὁ μεν ΗΘ εἰς τα
9997492 ϲυνεχωϲ
, οὐδε ὁλωϲ ὁϲοι δια πολλου νοϲουϲιν . εἰ δε ϲυνεχωϲ τιϲ φαινοιτο νοϲων , εἰ μεν πληθωρικοϲ , ϲκοποϲ
γληχωνοϲ ἀφεψημα ἀγνου φυλλα θυμου ἀφεψημα χαμαιπιτυϲ βουτυρον νεαρον ἐκλειχομενον ϲυνεχωϲ χημαι ἑψηθειϲαι πανυ και ἐϲθιομεναι ἐπιρροφουμενου του ζωμου ἐλαιον
9997470 Φρυνῃ
ἐξισαζοντος , ὁτι αὐτος τε και Εὐθιας ὡμιληκοτες ἠσαν τῃ Φρυνῃ . . . εὑρων τινα διαφοραν ἐφυγε το ἐξισαζον
ἐν τῳ ὑπ . Φορμ . . ὡμιληκως δε και Φρυνῃ τῃ ἑταιρᾳ ἀσεβειν κρινομενῃ συνεξητασθη : αὐτος γαρ τουτο
9997463 υἱεα
θωνη ἐδει : και λεγεται θοινη . . . : υἱεα : ἐν ἐπιστολῃ ποτε Ἀλεξανδρου του σοφιστου εὑρον τοὐνομα
θυγατρες ἀδην πεπυκασμενον ὑλῃ παντοιῃ : και πολλα θεαι περικωκυσαντο υἱεα κυδαινουσαι ἐυθρονου Ἠριγενειης . Δυσετο δ ' ἠελιοιο φαος
9997462 ἑβδομῃ
Ἱστορει δε περι αὐτου Ἡρακλειδης ὁ Λεμβος ἐν τῃ τριακοστῃ ἑβδομῃ των Ἱστοριων , λεγων οὑτως : Ἀλεξαρχος , ὁ
μαντευματα του Ἀπολλωνος τῳ Λαϊῳ δοθεντα παλαι περας λαβοιεν . ἑβδομῃ δε ἡμερᾳ ἐγεννηθη ὁ Ἀπολλων : διο και ἑβδομαγετας
9997455 ιγʹ
Τεμει αὐτον δια των πολων . , ] δια του ιγʹ του αʹ των Σφαιρικων . Ὁπερ ἀδυνατον . ,
Ξ . Ἰση ἀρα ἐστιν . , ] δια το ιγʹ του βʹ των Σφαιρικων . Δυνει . , ]
9997449 κυϲτεωϲ
, και ὁ πονοϲ κατα το μεταξυ χωριον νεφρου και κυϲτεωϲ γινεται . εἰ δε πυον ἠ αἱμα ἐκκρινηται και
Φαληριδοϲ ὁ χυλοϲ και τα φυλλα και το ϲπερμα πινομενα κυϲτεωϲ ἀλγημαϲι βοηθει ἐχουϲα και λεπτομερεϲ τι και θερμον .
9997448 Μενιππε
ἀλληλους φιλοσοφων καταγελωνταεἰπειν προς αὐτον , ὁτι σοι , ὠ Μενιππε , κελευει ὁ Διογενης , εἰ σοι ἱκανως τα
και ῥᾳδιως ἀπανθουντος πονουντες . Οὐ σχολη μοι , ὠ Μενιππε , συμφιλοσοφειν σοι . ὡστε συ μεν ἐπιλεξαμενος τοπον
9997438 ἰνιῳ
παχυνουϲῃ τροφῃ : ἐπι δε των τελειων και ϲικυαν τῳ ἰνιῳ προϲβαλλειν μετα καταϲχαϲμου . Περι προϲφυϲεωϲ βλεφαρων και ἀγκυλωϲεωϲ
ϲπογ - γοιϲ ἐξ ὑδατοϲ ψυχρου καταβρεχεϲθω , ἠ ϲικυαν ἰνιῳ κολλαν μεθ ' αἱματοϲ ἀφαιρεϲεωϲ , ἐϲθ ' ὁτε
9997432 Μιλτιαδῃ
ποτε ἐκπιπτει της ῥητορικης τα πραγματα , ἠ τι τῳ Μιλτιαδῃ και τῳ Κιμωνι και τῳ Περικλει και τῳ Θεμιστοκλει
ἠν μετα Παυσανιου στρατηγων , Μαραθωνι δε ἐκρυπτετο ὑπο τῳ Μιλτιαδῃ και οὐκ ἠμφισβητει των ἰσων , δικαιος ὠν ,
9997427 Εὐθυδημῳ
και Διονυσοδωρου ἑταιροι . τουτους δη ἐγω δεικνυς ἐλεγον τῳ Εὐθυδημῳ ὁτι παντες ἑτοιμοι εἰεν μανθανειν : ὁ τε οὐν
μικροι τριποδες Θετταλικοι διφροι : το δε ὀνομα και ἐν Εὐθυδημῳ Πλατωνος . Σκολυθριον Πλατων τιθησιν ἀντι του ὑφ '
9997424 κυαθῳ
της σκιλλης σπερματος ὀβολον ἐπιδοτεον τοις ἐλεφαντιωσιν ἐν μελιτι ἡμιεφθῳ κυαθῳ ἑνι : ἐσκευασθω δε τροπῳ ἐκλειγματος . ὡσαυτως δε
ἀβροτονου δραχμην και κεδριδας και ἀννησον ἐντριψας ἐν γλυκεος οἰνου κυαθῳ , παραχεας ὑδατος παλαιου κυαθον , δος πιειν :
9997418 κἠν
και ἐμετοι ἐνιοιϲ . κἠν ὁμωϲ το ϲωμα τειρῃ , κἠν γαϲτηρ μεινῃ κενεη , τονδε τον πονον ῥηϊτερον φερει
φρενων ὁ οἰνοϲ ποιεηται : και ἐπι τοιϲιδε ϲυνανεχειν . κἠν ἐκ διαϲταϲιοϲ εὑδειν θελῃ , ἡϲυχιη προϲακτεη . ἠν
9997410 Τοιϲ
τηϲ πρινου αἱ ῥιζαι κοπτομεναι και καταπλαϲϲομεναι τοπικωϲ ἀρηγουϲιν . Τοιϲ δε ὑπο αἱμορρου δηχθειϲιν ἰϲχυραι περιωδυνιαι ἐμπιπτουϲι , βραχεα
ἐκπεψωϲιν , ἀτρεμειν ϲυμφερει , μετα δε πονοιϲ κενουν . Τοιϲ μεθῃ κατεϲχημενοιϲ ἐμετοϲ ἁρμοϲει παραχρημα γινομενοϲ : δει δε
9997405 ἑλκωθῃ
ἰσχιον εἰληθεωσι , μη προσφερειν δριμυ μηδεν : ἠν γαρ ἑλκωθῃ ἐπην φλεγμηνῃ , κινδυνος το παμπαν ἀτοκον γενεσθαι :
και συκης και ῥοας και μηλεας : ἐνια δε κἀν ἑλκωθῃ και μειζον και βαθυτερον ἀπολλυται . τα δ '
9997397 Λιβυῃ
το σηπειν τους πληγεντας . γινεται δε ἐν Συριᾳ και Λιβυῃ και Κυπρῳ , και διατριβει ἐν πετραις . *
παρα τον εἰσπλουν τον εἰς την Μοιριδος λιμνην ἐν τῃ Λιβυῃ κατεσκευαζον τον ταφον ἐκ των καλλιστων λιθων , και
9997394 ἑλκοϲ
ὑδατι ἐν ἡλιῳ καταχριε : ὁταν δε ἑλκωθῃ , ὡϲ ἑλκοϲ κατουλου . ὁ δε Κριτων : προϲ τα ϲτιγματα
ἐν ἐκταϲει τε και καμψει : ἀρθρῳ δε οὐκ εὐαλθεϲ ἑλκοϲ οὐδεν . και ἐμπυοϲ δε ἐξ ἀποϲταϲιοϲ γιγνεται :
9997392 Ἰθακη
σιγαν και παντα λογον ταχα πευσει : ἡμιν δ ' Ἰθακη πατρις ἐστιν , πλεομεν δ ' ἁμ ' Ὀδυσσεϊ
σιγαν και παντα λογον ταχα πευσει : ἡμιν δ ' Ἰθακη πατρις ἐστι , πλεομεν δ ' ἁμ ' Ὀδυσσεϊ
9997390 ϲφοδρωϲ
τε και πλινθιτιϲ . Τιτανοϲ . Ἡ μεν ἀϲβεϲτοϲ καιει ϲφοδρωϲ , ὡϲτε ἐϲχαραϲ ποιειν , ἡ ϲβεϲθειϲα δε παραχρημα
δυναμεωϲ τῳ ϲπερματι , ἀϲθενεϲτερα δε : ὁθεν ἐϲθιομενη θερμαινει ϲφοδρωϲ : ἐϲτι δε κεφαλαλγηϲ . Καρδαμωμον ἐϲτι μεν και
9997387 φοιτᾳ
ἀκουσας σφωιν ” διμετρον : το ξαʹ “ ἀντιλεγοντοιν κρινας φοιτᾳ ” διμετρον : το ξβʹ “ δραν ταυτ '
, και ἑ κακη βουβρωστις ἐπι χθονα διαν ἐλαυνει , φοιτᾳ δ ' οὐτε θεοισι τετιμενος οὐτε βροτοισιν . ὡς
9997377 Ἠλιδι
Ἐφυραν . . Ο : ἐξ Ἐφυρης : της ἐν Ἠλιδι ἡς και ἐν ἀλλοις μνημονευει : ‚ ἠε και
Φερενικος . Παρ ' Ἀλφεῳ ] * Ἀλφειος ποταμος ἐν Ἠλιδι , ἠ ἀρκαδικης πολεως . Καλειται δε , κατα
9997366 Ἰνω
ἐγεννησεν . Ἀποθανουσης δε της Νεφελης , δευτεραν ἠγαγετο γυναικα Ἰνω : ἡτις ἐπιβουλευσασα τοις της Νεφελης παισι , παρεπεισε
παλαι Σικανιαν καλουμενην . Ἑλλησποντον . Ἀθαμαντος γυναικες Νεφελη και Ἰνω . αὑτη ἐπιβουλευουσα Φριξῳ και Ἑλλῃ , τοις ἐκ
9997343 Εὐρωπηι
. . Σκυλλαιον : ἀκρα , περι ἡς Ἑκαταιος ἐν Εὐρωπηι φησιν . . Λοκροι Ἐπιζεφυριοι : πολις Ἰταλιας .
Πευκετιαντες : ἐθνος τοις Οἰνωτροις προσεχες , ὡς Ἑκαταιος ἐν Εὐρωπηι . . . . Ἀδρια : πολις και παρ
9997329 θωρηκοϲ
, ξυν ὀξεϊ πυρετῳ , εὐτε ξυνεϲτι αὐτεοιϲι βαροϲ του θωρηκοϲ : ἀπονιη , ἠν μουνοϲ φλεγμηνῃ πνευμων . ἀπονοϲ
. ἐν γαρ τῃ νειαιρῃ γαϲτρι κατωτατω ἱζει προϲωτατω του θωρηκοϲ : ἀλλα και το ἐργον αὐτεηϲ ἐπικαιρον , ἡ
9997326 πιτυοϲ
και προϲ νομαϲ . Ἀλλο . ἀριϲτολοχιαϲ ⋖ Ϛ , πιτυοϲ φλοιου ⋖ Ϛ , μαννηϲ ⋖ Ϛ , κιϲηρεωϲ
, κηκιδων , ψιμυθιου , ἀκακιαϲ , ὑποκιϲτιδοϲ χυλου , πιτυοϲ φλοιου , λιβανου , ϲμυρνηϲ Ἀμινναιαϲ ἰϲα : ξηροιϲ
9997326 Φρυγα
, και αὐτος ἐχων τους ἱππεας ἐπηκολουθει . και τον Φρυγα τα αὐτα ποιησαι φασι τον της παρ ' Ἑλλησποντον
γυμναζομενον ἠ θηρευοντα , καθαπερ τις ἐχει και Ἀδραστον λογος Φρυγα τινα και φυγαδα , φυγοντα παρα βασιλεα Λυδων και
9997325 ὀχλῳ
ἰδιῳ και δημοσιῳ και ναυσι και ἱπποις και ὁπλοις και ὀχλῳ ὁσος οὐκ ἐν ἀλλῳ ἑνι γε χωριῳ Ἑλληνικῳ ἐστιν
, ὁς ἐλθων Ἀθηναζε μαλ ' ἐπισημος και φορτικος ἀκολουθων ὀχλῳ και ποικιλῃ ἐσθητι και χρυσῳ αὐτος μεν ᾠετο ζηλωτος
9997319 ῥιγοϲ
πλανητων τε και ἀτακτων καλουμενων . προϊοντι δε αὐτῳ γιγνεται ῥιγοϲ και αὐξανομενῳ ϲυναυξεται και το ῥιγοϲ . ἡ δε
μενον ἐν ὁλῳ πλεοναϲει τῳ ϲωματι , το ἀνεκθερμαντον ἐργαζεται ῥιγοϲ ἀνευ πυρετου : ἐπι γαρ των ἐπι χυμοιϲ ἀναπτομενων
9997317 ἠλπιζε
συμπρασσειν ἐπηγγελλετο . πιστευσας ὁ δημος Λυσανδρῳ χρηστα λεγοντι ἀπαρασκευος ἠλπιζε τα βελτιονα . οἱ φιλοι κοινῳ συνθηματι ἐπανιστανται ,
ἐραστων τυγχανοντας . [ τον δε Ἀγαμεμνονα οὐκ ἐμακαριζεν : ἠλπιζε γαρ πολυ πλειονων ἀρξειν αὐτος ἠ ὁποσων ἐκεινος .
9997315 ὑψηλη
' ἐνι προδομῳ εὑρ ' ἡμενον , ἐνθα οἱ αὐλη ὑψηλη δεδμητο , περισκεπτῳ ἐνι χωρῳ , καλη τε μεγαλη
: ” ἡ τε γαρ πλατανος αὑτη μαλα ἀμφιλαφης και ὑψηλη , και του ἀγνου δε το ὑψος και το
9997303 δρᾳς
τουτῳ μη καλει . Ὠ γλυκυτατον Μυρρινιδιον , τι ταυτα δρᾳς ; Καταβηθι δευρο . Μα Δι ' ἐγω μεν
, το δε δουναι τυχης : ἐμοι προσαπτεις ὡν συ δρᾳς τας αἰτιας : συ φερειν γαρ ἡμας πολεμιους ἠναγκασας
9997283 ληφθῃ
ὁταν γαρ , φησι , και ἐπι τουτων των δευτερων ληφθῃ τι ταὐτον κατα παντα , ὡς κατ ' ἐκεινο
] δια το κδʹ του εʹ . ἐαν γαρ πρωτος ληφθῃ ὁ ΜΚ , δευτερος ὁ ΖΔ , τριτος ὁ
9997267 ὁρμω
Πυθαγορικωτερον ἐκδεξαιτ ' ἀν τις ἐκ των αὐτων τοις ἀνωθεν ὁρμω - μενος . ἐπει γαρ σωματοτητι και ζῳωδιᾳ και
φαινομαι : ἀλλως : ὑπερθεν , φησι , της μητρος ὁρμω το σωμα καταλιπων , οἱον φαντασμα ποιησας , ἐπι
9997243 ψιλῳ
πολις ἡ μεταπεμψαμενη διδοτω σιτον , τῳ μεν ὁπλιτῃ και ψιλῳ και τοξοτῃ τρεις ὀβολους Αἰγιναιους της ἡμερας ἑκαστης ,
στασεως , παρα δοξαν ἀλληλοις συνεβησαν , του Κλεωνος ὑποταγεντος ψιλῳ του Εὐνου προσταγματι και την του στρατηγου οἱα δη
9997225 ἡρω
ἀμυνων λοιγον Ἀχαιοις . ἐνθ ' Αἰσυηταο διοτρεφεος φιλον υἱον ἡρω ' Ἀλκαθοον , γαμβρος δ ' ἠν Ἀγχισαο ,
: ἁμες δε γ ' ἐσσομεσθα πολλωι καρρονες . ἐλθειν ἡρω Διονυσε Ἀλειων ἐς ναον ἁγνον συν Χαριτεσσιν ἐς ναον
9997225 τἀπι
ἀνασσηι : τις νιν ἀξεται ποτε ; ἀλλ ' εἱα τἀπι τοισιδ ' ἐξαρχου κανα , στεφανουσθε κρατα , και
εἰδομην : ἐπειτα μεντοι χὠ λογος καλος προσην , εἰ τἀπι Τροιᾳ περγαμ ' αἱρησοιμ ' ἰων . Ἠν δ
9997223 πιθῳ
μηλον εἰς τον οἰνον . Ἐμβληθεντος του οἰνου ἐν τῳ πιθῳ , μετα τινα χρονον μετακενωτεον εἰς ἑτερον ἀγγειον πραως
Ἐλπις δε μονη ἀφανης και ἀδηλος , μενει ἐν τῳ πιθῳ , ᾡπερ εἰρηκειμεν , εὐκληριας και δυσκληριας : ἀδηλον
9997215 ΓΘ
την πολιτειαν . λεγεται δε και λαρυγξ και φαρυγξ . ΓΘ Ὑπερβολον ] ἀντι του λιθον . Γ δυο εἰσιν
τους της πολεως φορους διαρπαζων και τους νησιωτας διασειων . ΓΘ ἐπαιξε προς το γινομενον ὑπο των κυνων . οὑτοι
9997203 ζησῃ
ὑπερ ἑαυτου ἑκοντα τεθνηξομενον , ἱνα ἰσον τῳ προτερῳ χρονον ζησῃ . και δη Ἀλκηστις ἡ γυνη του Ἀδμητου ἐπεδωκεν
μεγας και ἐνδοξος . φοβηθητι οὐν τον κυριον , και ζησῃ αὐτῳ : και ὁσοι ἀν φοβηθωσιν αὐτον των φυλασσοντων
9997187 θυμιῃν
ἐπιθεμα , την στοιβην ὑποκαιων , πρισματα κυπαρισσου ὑποβαλλων , θυμιῃν . Σκαμμωνιην , σμυρναν , λιβανωτον , μυρον περιχεας
και μυρον ἐπιχεας , φθοϊδας ποιεειν , και ἐπι πυρι θυμιῃν . Ἠ αἰγος κερας καταπρισας , ἐλαιῳ ἀνακυκᾳν ,
9997180 σχῃ
μελι και το ἑψημα και ἑψε , ἑως μελιτος παχος σχῃ , και ἀνελομενος χρω θαρρων ἐπι τα εἰρημενα :
ὑπνου , διανασταντας ἀνατριψασθαι σινδονιῳ , μεχρις ἀν ἐρευθος τι σχῃ το δερμα , κἀπειτα τῃ δια ἐλαιου τριψει συμμετρως
9997179 σκανδιξ
δηπου και ὀριγανον και ὑσσωπον και ἡ θυμβρα και ὁ σκανδιξ και ὁ θυμος ἐπιτηδεια , τα μεν ἡδυσματα εἰναι
το σπερμα , μολυβδος . Ἀβροτονον κεκαυμενον , ἀγνος , σκανδιξ , αἰγειρου τα ἀνθη , ἀκαληφης ὁ καρπος και
9997176 πιε
ὑδωρ ἐκ της ὑδριας σου . ἡ δε εἰπε : πιε , κυριε . και σπευσασα καθειλε την ὑδριαν ἐπι
* φυρσαμενος : μιξας , ἐνωσας κυκησας * πιεειν : πιε πιειν * οἰνης : ἀμπελου * ἀρκιος : ὠφελιμος
9997169 εὑρηϲειϲ
ξηραινει δε μαλλον διο και μιγνυμενην αὐτην ἐν τοιϲ φαρμακοιϲ εὑρηϲειϲ , ἐνθα ξηραναι τι και διαφορεϲαι προϲηκει . Γη
Ἀρχιγενουϲ και Ποϲειδωνιου . μεϲον τι φρενιτιδοϲ και ληθαργου παθοϲ εὑρηϲειϲ , ὁ ἐϲτιν εἰδοϲ παρανοιαϲ ἠ παρακοπηϲ . καλειν
9997160 ἠκμαζε
δια πληθος πολιων τριχων ἀφριζουσῃ θαλασσῃ προσεμφερης και ὑπαργυριζουσα . ἠκμαζε δε οὑτω τα εἰς λογους , τῃ νεοτητι τε
ὠν μετα Πινδαρον και Βακχυλιδην , Μελανιππιδου δε πρεσβυτερος : ἠκμαζε τοινυν οη ὀλυμπιαδι [ ] . . . .
9997156 ἰασῃ
ξεσματων της κολοκυντης . τας δ ' ἐπι ταις ψυξεσιν ἰασῃ καταιονων το βρεγμα πηγανινῳ ἠ δαφνινῳ ἐλαιῳ . σφοδροτερας
βεβρεγμενον αὐστηρῳ ἐξωθεν ἐπιβαλλειν του φαρμακου . τουτῳ μεν οὐν ἰασῃ τῳ τροπῳ τας ἐπι ῥευματι φλεγμονας : τας δ
9997154 Κομιδῃ
τουτο το κακον ἐκεινος ὁ κηφην ἐντικτει κεντων αὐτους . Κομιδῃ μεν οὐν . Εἰσαγγελιαι δη και κρισεις και ἀγωνες
και τον σοφιστην ἐπιχειρωμεν εὑρειν ὁτι ποτ ' ἐστιν . Κομιδῃ μεν οὐν . Και μην ἐκεινο γ ' ἠν
9997143 ἡσυχαζε
ὡς ὁ Διομηδης λεγει τεττα , σιωπῃ ἡσο ἀντι του ἡσυχαζε . . εἰ κ ' ἐτι ς ' ἀφραινοντα
Ἐν δε τῳ ἐπιοντι χειμωνι τα μεν Ἀθηναιων και Λακεδαιμονιων ἡσυχαζε δια την ἐκεχειριαν , Μαντινης δε και Τεγεαται και
9997143 Χρυσῃ
λαμ - βανεσθαι πολλακις , και παρα τῳ Σοφοκλει ἐν Χρυσῃ τοιουτος ὠν ἀρξειε τουδε του κρεως . ἐνθαδε οὐν
ἠ μετα του ω ἐν μιᾳ συλλαβῃ , οἱον τῳ Χρυσῃ τῳ σοφῳ τῳ Αἰνειᾳ . Οἱ δε μουσικοι της
9997117 Μαρκῳ
βουλευτηριου παντα κατισχυοντος . . . Ῥηγουλῳ τῳ Ῥωμαιῳ δε Μαρκῳ τῳ στρατηλατῃ κατασχεθεντι Σικελοις μαθε το τελος οἱον .
τοσῳδε αἰσχιον ἁ μη χρη φαινεσθαι διωκοντας . Αὐτοκρατορι Καισαρι Μαρκῳ Αὐρηλιῳ Ἀντωνινῳ σεβαστῳ και αὐτοκρατορι Καισαρι Λουκιῳ Αὐρηλιῳ Κομοδῳ
9997113 Σινωπη
τε και Ταναγρα και Θεσπεια και Ἀσωπις , ἐτι δε Σινωπη , προς δε ταυταις Ὀρνια και Χαλκις . τουτων
ἡ δε : συ δ ' Ἐρως Φειδιου . ὁτι Σινωπη ἡς Δημοσθενης ἐν τῳ κατ ' Ἀνδροτιωνος μεμνηται Ἀβυδος
9997110 φορμιγξ
αὐτῳ χρυσην κιθαραν ὑπεσχετο , ἱνα αὐτον ἀναμνησῃ . Χρυσεα φορμιγξ ] Χρυση ὠ κιθαρα . Ἰοπλοκαμων ] Ἀνθηρον ἐχουσων
κλονεοντος ἐπιβρομεωνται ἀκουαι κρεγμῳ : παρθενιην δ ' ἐνοπην ἐβιησατο φορμιγξ , νηα δ ' ὁμου ζεφυρος τε και ἠχηεν
9997088 λιθοϲ
καμνοντοϲ πηδωντοϲ ἀφ ' ὑψηλου τινοϲ , ἱν ' ὁ λιθοϲ ὑποβιβαϲθειη προϲ τον τραχηλον τηϲ κυϲτεωϲ . ἐπειτα ϲχηματιϲομεν
ἠ δακτυλου ἁμα τῃ τομῃ και χωριϲ ἀναβοληϲ χαριεντωϲ ὁ λιθοϲ ἐκπηδᾳ . εἰ δε μη ἐκπηδηϲοι , τῃ δια
9997087 ἀϲφαλτοϲ
πιτυοϲ τε και πευκηϲ φλοιοι , ϲμυρνα , λιβανωτοϲ , ἀϲφαλτοϲ , ἀλοη , ἀριϲτολοχια , τεφρα κληματινη , ψιμυθιον
ὁμοιωϲ ἡ τεφρα λειοτατη , κοπροϲ ὀνου και ἱππου , ἀϲφαλτοϲ , βατραχου ϲποδια , διφρυγεϲ , κηκιϲ , μυρϲινη
9997069 ἠθικῃ
και ἡμεις τον Λογον Διος ἀδελφον ἀνεπλασαμεν , ὡς ἐν ἠθικῃ συνοψει . Ἁ τοινυν χρη ἐν τοις πεπλασμενοις των
ὑποκειμενον αὐτης , περι ὁ καταγινεται . ὑποκειμενον δε τῃ ἠθικῃ και πολιτικῃ τα ἐν βιῳ ἐστι πραγματα και αἱ
9997058 κωμικῳ
, συμποτικος συμποτικωτατος , και ποτις γυνη παρα Φρυνιχῳ τῳ κωμικῳ . προπινειν διαπινειν , διαμιλλασθαι ἐν ποτῳ , ἐκπινειν
των χυδην εἰρημενων . Μετρῳ δε ταυτην ἐκτιθεναι προειλετο τῳ κωμικῳ δε , της σαφηνειας χαριν : εὐμνημονευτον ἐσομενην οὑτως
9997052 κραϲιϲ
. ἀντιπραττει δε τῃ φλεβοτομιᾳ παιδικη και γεροντικη ἡλικια , κραϲιϲ θερμη τε ἀγαν και ξηρα και χωρα και ὡρα
κατωθεν δε μεχρι μεϲων μηρων ὁρμητικη μεν οὐν ἡ τοιαυτη κραϲιϲ ἱκανωϲ ἐϲτιν ἐπ ' ἀφροδιϲια , ταχιϲτα μεν ἐμπιπλαμενη
9997047 χυλῳ
. . ⎭ τα ξηρα κοψας και σησας ἀναλαμβανε τῳ χυλῳ και ἑψηματι ἠ γλυκει παλαιῳ Κρητικῳ , και χρω
σκαμμωνιας συν νιτρῳ και ὑδατι θερμοις , ἠ νιτρον συν χυλῳ ἀψινθιου και ὀξει , ἠ πρασου χυλον μετα μελιτος
9997032 ἐθυε
ἐποιουν : αὐτος δ ' , ἐπειδη ἐκεινοι κατεπλεον , ἐθυε τα εὐαγγελια , και τοις στρατιωταις παρηγγειλε δειπνοποιεισθαι ,
, ὑπερ ἐτη πεντηκοντα γεγονως και τοσονδε πολεμον διαφερων , ἐθυε γαμους και πανηγυρεις ἠγε και την δυναμιν ἐς πασαν
9997024 ἀτοπα
θεων „ εἰπεν „ ὑμας ἐρησομαι πρωτον , τι μαθοντες ἀτοπα και γελοια θεων εἰδη παραδεδωκατε τοις δευρο ἀνθρωποις πλην
δεισθαι , ὡν εἱς ἐστι και μαλιστα ὁ Ἀριστοτελης , ἀτοπα ταυτα δοκει . εἰ γαρ ὁ εὐδαιμων , φησειεν
9997015 ριε
. . . ριδ ιε Μουσοπαλλη μητροπολις . . . ριε ∠ ʹ ιε ∠ ʹδ . Λιμυρικης μεσογειοι ,
. . . . . . . . . . ριε λα ∠ ʹ Ἀρβακα . . . . .
9997014 Αἰψα
ἱκανεν ἐγγυς , ἐπει μαλα παντας ἐχεν δεος εἰσοροωντας . Αἰψα δ ' ἀρα κταμενῳ περικαππεσον : ἀμφι δε κρατα
ἀλλο τι των τοιουτων , ὡς παρ ' Ὁμηρῳ , Αἰψα μαλ ' ἐς στρατον ἐλθε μετα Τρωας και Ἀχαιους
9997007 κλυθι
, ὡς ὁ Θετταλος Ζευ ἀνα Δωδωναιε και ὁ Λυκιος κλυθι , ἀναξ , ὁς που Λυκιης και ὁ Ἰλιος
ἀφ ' οὑ προστακτικον κλυε : και κατα μεταπλασμον , κλυθι , Μεταπλασμος δε ἐστιν , ὁταν τελος ὀνοματος τινος
9997005 ἁρπαγα
* καταιβατις ἡ κατω φερουσα * . πυγαργον δειλον ἠ ἁρπαγα : πυγαργος γαρ εἰδος ἀετου . πυγαργος εἰδος ἀετου
: και ὡς ἁρπαγα αὐτον σκωπτων νυν δε και ὡς ἁρπαγα αὐτον κωμῳδει . ἐπηνεγκε το ” κορακος κεφαλην ἐχει
9997001 πηγῃ
μελεσιν αὐγην ἐξιεναι συγχωρουσης . ἐστη δε καθαπερ κατοπτρῳ τῃ πηγῃ χρωμενος και εἰς αὐτην περιχεων του προσωπου το εἰδος
Κρητῃ δε λεγεται πλατανον τινα εἰναι ἐν τῃ Γορτυναιᾳ προς πηγῃ τινι ἡ οὐ φυλλοβολει : μυθολογουσι δε ὡς ὑπο
9996998 ῥοοϲ
ῥοιζηδον ἠδε ἁθροον ῥεῃ το αἱμα : ὁδε γαρ ὁ ῥοοϲ ἱκανοϲ μεν ὡϲ ὠκιϲτα θερμαϲιην πρηϋναι , δυνατοϲ δ
περι ἀποϲτηματων χρηϲτεον . Οἰνου Ἀδριανου καλου # κ , ῥοοϲ βυρϲοδεψικου λι . α , κυπαριϲϲου ϲφαιριων λι .
9996996 φυϲεωϲ
? ! ? Ἀφροδιτ [ ] των ἐν μερει ] φυϲεωϲ εὐ γ ' , ὠ ϲεβαϲ ] ! οκνει
ἡ του κατα φυϲιν ἐκτροπη , πολυ δε το τηϲ φυϲεωϲ οἰκειον . περι δε ταϲ ἀκμαϲ ἡ του παρα
9996995 σαλῳ
. α . ἀποσαλευσας : ἀποφυγων ἐκ του λιμενος και σαλῳ ὁμιλησας , . . . ἀπολεκτον : οὐχι το
πολλων ποταμων : παρακινδυνως μεν οὐν ὁρμιζονται μετεωρα ἐν τῳ σαλῳ τα ναυκληρια , το μεντοι λυσιτελες νικᾳ : και
9996991 ἐζηλωσε
κεκτηται την τιμην , οὐ κινδυνευουσαν ἐξαλειφθηναι τοις ἐπικρινουσιν . ἐζηλωσε δε ἐπ ' ὀλιγον , ὡς φησιν Ἀντυλλος ,
ὁ Εὐριπιδης ἐν τῃ Ἀνδρομεδᾳ , εἰς τουτο παιζει . ἐζηλωσε δε αὐτον Πτολεμαιος ὁ Φιλοπατωρ ἐν ᾑ πεποιηκε τραγῳδιᾳ
9996943 ξε
κεντρον του ἐπικυκλου , αἱ της ΖΗ περιφερειας αὐτου μοιραι ξε νβ ιβ περιειχον ἀν προηγησεως τας της ὑπο ΑΓΖ
δ ιε γ ιε Ϛ Ἀρεως ιβ λϚ ζ κδ ξε ο Ϛ ιθ ε ζ κϚ οη ο η

Back