ἁλαδε προρεουσι . ταων ἡ μεν ἐβαλλε θρονοις ' ἐνι ῥηγεα καλα πορφυρεα καθυπερθ ' , ὑπενερθε δε λιθ '
ἰδε δμῳῃσι κελευσε δεμνι ' ὑπ ' αἰθουσῃ θεμεναι και ῥηγεα καλα πορφυρε ' ἐμβαλεειν , στορεσαι τ ' ἐφυπερθε
9999588 ἐγραψε
δικαστας , ὁρους και κανονας αὐτοις ταξας , οὑς αὐτος ἐγραψε νομους . ἐπει δ ' αὐτῳ τα ἐν τῃ
ἀνανεουσθαι , εἰ τοτ ' ἠξιωσε τυχειν τουτων και τις ἐγραψε των ἀφεθεντων ὑπ ' αὐτου , ἐαν τις ἀποκτεινῃ
9999564 ὁρῳ
εἰ ὑπηρξεν ἠ εἰ ὑπαρξει ζητουμεν , ἐν δε τῳ ὁρῳ το ἰδιον του πραγματος , ὁπως το ὀνομα ὁρισθῃ
κεκωλυκεν αὐτον λεγειν . Ἡ πηλικοτης , ὡς ἐν τῳ ὁρῳ : ὁτι μεγα το γινομενον : ὁ βιαιος ὁρος
9999522 βλεφαροιϲ
των φλυκταινων , γιγνονται δε και οὑτοι ποτε ἐν τοιϲ βλεφαροιϲ εἰϲ ϲυμπαθειαν μεγιϲτην ἀγοντεϲ τον ὀφθαλμον , φερε και
αὐτου ἰϲχυροτατα φαρμακα , ὡϲτε και προϲ ταϲ ψωρωδειϲ ἐν βλεφαροιϲ διαθεϲειϲ ἁρμοττειν . ἐκ δε των ἀρωματικων φαρμακων ἐπιτηδειωϲ
9999521 σελινῳ
Συρμαιην . βρωμα δια στεατος και μελιτος , ἠ λαχανον σελινῳ ἐοικος . Σκυταλαις . ῥαβδοις . Σωστρα . σωτηρια
οἱ Καρχηδονιοι † ἐν ᾑ νησῳ Σαρδοι βοτανη γινεται ὁμοια σελινῳ ἡς οἱ γευομενοι σπασμῳ κατεχομενοι ἀκουσιως γελωσι και οὑτως
9999520 μικτηϲ
τα φυλλα και οἱ ἀκρεμονεϲ και τα ἀνθη χρηϲιμα , μικτηϲ ὀντα δυναμεωϲ τε και κραϲεωϲ . ἐχει μεν γαρ
το δηλητηριον , ἀλλ ' ὁπερ ἰριϲ ἀγρια καλειται , μικτηϲ ἐϲτι δυναμεωϲ ἀποκρουϲτικηϲ τε και διαφορητικηϲ . Ἐχιδνηϲ αἱ
9999517 ὀξυμελιτοϲ
μετ ' ἀψινθιου διδοναι και ὑϲϲωπον γληχωνα πηγανον μετ ' ὀξυμελιτοϲ και ἁλων . ἐπειτα και καϲτοριῳ την κεφαλην ἐπιχριειν
ἡ τεφρα των χαλκειων καταπλαττομενη ϲυν ὠμῃ λυϲει δι ' ὀξυμελιτοϲ , και ὁ του κενταυριου χυλοϲ ἐξωθεν ἐπιτιθεμενοϲ και
9999513 ἀμιδα
ἀπωθεισθαι προσποιουμενων , ἁ μηδεις αὐτοις διδωσι . Σιτιον εἰς ἀμιδα μη ἐμβαλλειν : ἐπισημαινει γαρ ὁτι εἰς πονηραν ψυχην
' ὁλην διακονειν . το μισθαριον γαρ ἀν ἀπαιτῃς , ἀμιδα μοι ἐνεγκε πρωτον φησιν . ὀξος ἡ φακη οὐκ
9999513 Πελιᾳ
προς ἀμυναν των θηριων . τινες δε ἐν τῳ ἐπι Πελιᾳ ἀγωνι φασι τον Πηλεα λαβειν δια σωφροσυνην ἡφαιστοτευκτον μαχαιραν
εἰτε δια μηνιν Ἡρας , ἱν ' ἐλθοι κακον Μηδεια Πελιᾳ , “ το χρυσομαλλον δερας ” ἐφη “ προσεταττον
9999512 ἐδακρυσε
συγγνωμην , οἱον Κλεωνος τους ἐκ Πυλου τριακοσιους εἰσαγοντος Νικιας ἐδακρυσε , και κρινεται ὑπο Κλεωνος ὑβρεως : την γαρ
ἐξῃει των Σαρδεων . και ὁ Θεοδωρος τον συγγραφεα μεταπεμψαμενος ἐδακρυσε την ἐξοδον , και ἀνδρι τἀλλα γε ἀτεραμονι και
9999507 ἐκλεψε
φιλονικιαν ὑπο νεου ὀντος ἐμου ἐγραφη , και τις αὐτο ἐκλεψε γραφεν , ὡστε οὐδε βουλευσασθαι ἐξεγενετο εἰτ ' ἐξοιστεον
του μαινομενου , ἱνα μη ἑαυτον ὁ μαινομενος ἀποσφαξῃ , ἐκλεψε μεν , κλεπτης δε οὐκ ἐστι : και ὁ
9999500 ἀσπιδα
μενειν , ἀλλ ' ἠ συν αὐτῳ σε κρατειν την ἀσπιδα και γην μολυνειν αἱμασιν των βαρβαρων . Ἐπει δε
δοσις : και ὀργισθεις ἐτυψε τινα και φοβηθεις ἐρριψε την ἀσπιδα , παθος ἡ ὀργη και ὁ φοβος , πραξις
9999496 κομιδῃ
' ἀληθη λεξειν περι αὐτου τουτονι . και οὑτω τοινυν κομιδῃ γελως ἐστι κατηγορειν ἐκεινου τουτονι . ἐγω γαρ Αἰσχινην
ὁτι των προσοδων ἐστερηται και στερησεται : ὁτι εἰς στενον κομιδῃ τα της τροφης τοις ξενοις αὐτῳ καταστησεται : και
9999492 δρομῳ
Σκιπιωνες , ἐπει της ἀναχωρησεως αὐτου ἐπυθοντο , Λυσιμαχειαν τε δρομῳ κατελαβον και των ἐν Χερρονησῳ θησαυρων τε και ὁπλων
ἀποκτενειν με . ἐγω δε ὁρων του δεινου το μεγεθος δρομῳ εἰσω παρερχομαι ἐνθα οἱ ἐμοι δεσποται κοιμηθησεσθαι ἐμελλον .
9999490 σανιδι
, οὑτω κατανεινειν : ἁμα δε τῃ κατατασει χρη τῃ σανιδι καταναγκαζειν τον αὐτον τροπον ὡς τα ὑβωματα , κατ
εἰ δε λιθῳ , ὁ λιθος πηδᾳ . εἰ δε σανιδι και ἡλοις , ἐξηλθεντα πεσουνται . εἰ δε σιδηρῳ
9999490 Πρωταρχε
δε ἐπιστημαι και διαφοροι . Την τοινυν διαφοροτητα , ὠ Πρωταρχε , [ του ἀγαθου ] του τ ' ἐμου
τοιαυτ ' ἐστιν ; Λεγω τουτ ' αὐτο , ὠ Πρωταρχε . Τι οὐν οὐκ αὐτος ἀπεκρινω σαυτῳ , ὠ
9999488 τυγχανω
. ἐστι δε τοιουτος : Εἰ και πολυ σου διαστημα τυγχανω κεχωρισμενος , τῳ σωματι μονον πασχω τουτο . οὐδε
μεντοι ἀορας οὐδε λεβητας οὐδε κρατηρας οὐδε κλινας και τραπεζας τυγχανω κεκτημενος , ὡς τινες φασι κεκτησθαι Δαρειον ἐν Περσαις
9999487 θηλεα
γαρ ἀνδριαν , και εἰ ποτε μιγεισαι γεννησειαν , τα θηλεα ἐτρεφον , και τους μεν δεξιους μαστους ἐξεθλιβον ,
διαμηριζειν μηδεν μαλλον μηδε ἡσσον παιδικα ἠ μη παιδικα μηδε θηλεα ἠ ἀρρενα : οὐ γαρ παιδικοις ἀλλα ἠ μη
9999484 Μελιτη
πανταχου : δοκω , ὁ λῃστης και φαρμακευς ἐστι . Μελιτη φιλει , Λευκιππη φιλει . ὀφελον , ὠ Ζευ
μη προς ζητησιν αὐτης ἐτι τραποιμην . προσεκειτο δε ἡ Μελιτη τῳ φονῳ , ἱνα μη , τετελευτηκεναι την Λευκιππην
9999483 ἐδωκε
, ἀλλ ' αὐτου τερποιτο μενων : μεγα γαρ οἱ ἐδωκε Ζευς ἀφενος , ναιεν δ ' ὁ γ '
ἐδωκε τα ὀργανα ἠ ἀμφω . Ἀλλ ' εἰ μεν ἐδωκε και τας αἰσθησεις , οὐκ ἠσαν αἰσθητικαι προτερον ψυχαι
9999481 ἐτρωσε
ἀντιχαρινοὑτω γαρ τιμωσιν οἱ δαιμονες τους τιμωντας αὐτουςχαλεψε και χαλεπως ἐτρωσε νιν και αὐτον ἐν ἰῳ και φαρμακῳ ὁ συργαστρος
διψα λιμος . και γαρ φοβηθεις τις μη τρωθειη προλαβων ἐτρωσε και ἐβλαψε προβουλευσαμενος και ἐρων ἐπεισθη κελευσαντι τῳ ἐρωμενῳ
9999475 Ἀλκινοοιο
χαλκον . και τα μεν εὐ κατεθηχ ' ἱερον μενος Ἀλκινοοιο , αὐτος ἰων δια νηος , ὑπο ζυγα ,
και ἐστιν ἐκ τε φιλων παιδων ἐκ τ ' αὐτου Ἀλκινοοιο και λαων , οἱ μιν ῥα θεον ὡς εἰσοροωντες
9999475 σιδηρῳ
δε περι τους χαλινους και στομια και φαλαρα χρυσῳ , σιδηρῳ δε οὐδ ' ἀργυρῳ χρεωνται οὐδεν . Οὐδε γαρ
αὐτος φοβερος γινεται . πως οὐν ἀκροπολις καταλυεται ; οὐ σιδηρῳ οὐδε πυρι , ἀλλα δογμασιν . ἀν γαρ την
9999474 Μεγαρεα
και ἐδειτο αὐτου συστησας Φιλωνδαν , ἀνδρα το μεν γενος Μεγαρεα , μετοικουντα δ ' Ἀθηνησιν , πιστως δε τουτῳ
. ἠν δε σχολη φιλοσοφων Μεγαρικων λεγομενη , διαδεξαμενων Εὐκλειδην Μεγαρεα Σωκρατικον , ὡς Στραβων ἐνατῃ . το θηλυκον ἐπι
9999474 Αἰολιδα
αὑτη γαρ ἐστι , φησιν ὁ Ἡρακλειδης , ἡν ἐκαλουν Αἰολιδα , ὡς και Λασος ὁ Ἑρμιονευς ἐν τῳ εἰς
. . . [ ] γονασα ? ? [ [ Αἰολιδα ] ? [ [ ] ιπ ? ? [
9999472 Πρωταγορᾳ
: ἐξει τον ἀσκαντην λαβων : και Πλατων ὁ φιλοσοφος Πρωταγορᾳ : και ἁμα ἐπιψηλαφησας του σκιμποδος , ἐκαθεζετο παρ
ἐκ γε του λογου ἀναγκη εἰναι . Τι δε αὐτῳ Πρωταγορᾳ ; ἀρ ' οὐχι ἀναγκη , εἰ μεν μηδε
9999470 ξηρανθῃ
ὑπο Κυνα καυμασι , κινων ῥαβδῳ ἐρυθρου χαλκου , ἑως ξηρανθῃ : ἀποτιθεσο δ ' ἐν κεραμιαιῳ τευχει . ποιει
ἑτερος ἀντειπεν : ” ἐαν οὐν και το ἐνθαδε ὑδωρ ξηρανθῃ , πως δυνησομεθα ἀνελθειν ; ” ὁ μυθος δηλοι
9999465 ἐθη
' ἑπου χωρας τροποις : ὁτι δει τα ἑκαστης χωρας ἐθη μιμεισθαι τον ἐν ἑκαστῃ διατριβοντα . Ἀλλ ' οὐκ
παρακαταθεμενων , ἀλλα και πολεις και χωραν και πολιτειαν και ἐθη και νομους και την ἐπωνυμιαν αὐτην του γενους ,
9999459 χονδρῳ
ἀκανθων . Εὑρισκεται δ ' ἐν τῃ κεφαλῃ αὐτου λιθος χονδρῳ παρομοιος ἁλος , ὁς καλλιστα ποιει προς τεταρταιας νοσους
, ὡϲ ἐξυδατουντα τουϲ χυμουϲ , χρηϲτεον δε ἐν τροφῃ χονδρῳ ὠοιϲ ῥοφητοιϲ ἀρτοιϲ ϲεμιδαλιταιϲ και χοιρειοιϲ ποϲι και ἀκροκωλιοιϲ
9999453 κολπωι
βρονταιαι , πυροεσσαι , ἐριβρομοι , ὑγροκελευθοι , ἀερος ἐν κολπωι παταγον φρικωδη ἐχουσαι , πνευμασιν ἀντισπαστοι ἐπιδρομαδην παταγευσαι ,
Ἑλληνων ἀνεστησαν , και ἐπι Σπινητι ποταμωι ἐν τωι Ἰονιωι κολπωι τας νηας καταλιποντες Κροτωνα πολιν ἐν μεσογειωι εἱλον ,
9999452 ὁρᾳ
χρονου δ ' οὐ μακρου διελθοντος , ἐπιων τους δεσμωτας ὁρᾳ συννοιας και κατηφειας γεμοντας μαλλον ἠ προτερον τους εὐνουχους
, ὠ Μεγαβυζε , θαυμαζει σε τα παιδαρια ταυτα : ὁρᾳ γαρ σου την ἐσθητα και την θεραπειαν την περι
9999450 ἐγραψα
λογῳ και τῳ γραφω το γραφειν παρακεισεται , τῳ τε ἐγραψα το γραψαι . . Ἀλλ ' ἐστιν γε προς
δεκαπλασιον . ταυτ ' ἐγω οὐχι δεδοικως σου τας ἀπειλας ἐγραψα , ἀλλ ' οὐ βουλομενος σε δι ' ἐμε
9999450 ἐταραξε
παλιν δια το ἐν Πυλῳ κατορθωμα . Γ ἐτορυνε ] ἐταραξε . Γ ἡ Πυλαιμαχος ] ἡ ποιησαμενη μαχην ἐν
ἁδην ἐλααν κακοτητος . ” ὡς εἰπων συναγεν νεφελας , ἐταραξε δε ποντον χερσι τριαιναν ἑλων : πασας δ '
9999442 ἐδεηθη
ἀλλος ἐν τε ἱστοριας μνημῃ και κινησεως καλλει διενεγκων , ἐδεηθη του Δημητριου εὐγνωμονεστατην , οἰμαι , την δεησιν ,
εἰναι και ποτοις κοινον των βασιλεων : διοπερ οὐδε πιστεως ἐδεηθη προς τουτο , ὡς των ἀκροατων αὐτοθεν συγχωρουντων .
9999441 πυξιδα
μισγε γλυκεος Κρητικου παλαιου , και συλλεανας ὑγρον ἀνελου εἰς πυξιδα κεραμιαιαν και ὑπαλειφε . Ὁταν ἡ κορη τῳ μεν
θυειας τριβε εὐτονως , και ἐξιπωσας ἀνελου το ἀπορρεον εἰς πυξιδα ἐρυθρου χαλκου : τουτο γαρ ἐστιν ὡσπερει ἀνθος λεπιδος
9999440 Ἐκβεβλησθω
ὁτι ἰσον ἐστι το ΑΒΓ τριγωνον τῳ ΔΕΖ τριγωνῳ . Ἐκβεβλησθω γαρ ἡ ΑΔ ἐφ ' ἑκατερα τα μερη ἐπι
ὡς μιας και τῳ ἀπο ΑΒ ΔΕ ὡς μιας . Ἐκβεβλησθω γαρ ἡ ΕΖ ἐπι το Η , και κεισθω
9999438 ἑνοϲ
πτυαδεϲ αἱ μεγιϲται πηχων δυο , αἱ δε χελιδονιαι πηχεωϲ ἑνοϲ , κατα δε χροαν των χελιδονιων εἰϲιν ὁμοιαι ,
και [ ψογοϲ ] ? : κρεαιδια δυ ' ἐξ ἑνοϲ ποιουϲι και χορδηϲ τομουϲ ἐκ του ] ? μεϲου
9999438 Αἰγοκερω
ὀπισθιους ποδας Κητους οὐραν Λαγωου μεσον Σκορπιου κεντρον Τοξοτου τοξον Αἰγοκερω μεσον Ὑδροχοου ποδας [ ὡστε εἰναι τους τεμνοντας κυκλους
. . . . . . . . . . Αἰγοκερω ιβ νο κ ∠ ʹ γʹ εʹ των λοιπων
9999437 Ἰωνικῃ
της ὁ Οἰδιποδης του Οἰδιποδου , και Οἰδιποδαο , διαλυσει Ἰωνικῃ . Ἐστι δε και ἑτερα εὐθεια , ὁ Οἰδιπος
, οὑτως ἀγω ἀγαζω και πλεονασμῳ της αλ ἀγαλαζω και Ἰωνικῃ τροπῃ του α εἰς η ἠγηλαζω . . .
9999437 ἐμφραξειϲ
και νεφρουϲ ὁϲοι γε ἐπιτηδειωϲ ἐχουϲιν εἰϲ λιθων γενεϲιν , ἐμφραξειϲ δε και καθ ' ἡπαρ ἐργαζεται τοιϲ ἑτοιμωϲ παθειν
κινει και παχοϲ χυμων τεμνει και ταϲ ἐν τοιϲ ϲπλαγχνοιϲ ἐμφραξειϲ ἐκκαθαιρει . ἐϲτι δε τηϲ τριτηϲ ταξεωϲ κατα το
9999435 σμικρῳ
οὐκ οἰδα , οὐδε οἰομαι : ἐοικα γουν τουτου γε σμικρῳ τινι αὐτῳ τουτῳ σοφωτερος εἰναι , ὁτι ἁ μη
μη κατωτερω ἀκρην την χειρα ἑξει του ἀγκωνος , ἀλλα σμικρῳ τινι ἀνωτερω , ὡς μη το αἱμα ἐς ἀκρον
9999434 ἐξηγγελθη
και τα προσωπα ὡς ἐπι μεγαλῳ κακῳ . ταυτα ὡς ἐξηγγελθη Ἀλεξανδρῳ , κελευσαι στρεβλωθηναι τον καθισαντα , μηποτε ἐξ
γενομενοι ἐφευγον ἀπολιποντες τας πολεις . και Ἀλεξανδρος , ἐπειδη ἐξηγγελθη αὐτων ἡ φυγη , σπουδῃ ἐδιωκεν : ἀλλα οἱ
9999434 Πολυϊστωρ
σπουδην . Φαγρωριον , πολις , ὡς Ἀλ . ὁ Πολυϊστωρ ἐν Αἰγυπτιακοις . Ἐξ οὑ συνθετον Φαγρωριοπολις και Φαγρωριοπολιτης
ἐν τριτῳ Λιβυκων . Δρακοντος νησος , Λιβυης , ὡς Πολυϊστωρ ἐν τριτῳ Λιβυκων . Εὐφραντα , πολις Λιβυκη .
9999434 ῥινοϲ
τοιϲ ἀλλοιϲ ἐρρινοιϲ τοιϲ προγεγραμμενοιϲ ἐν τῳ περι των τηϲ ῥινοϲ παθων λογῳ . πινετωϲαν δε προ τηϲ τροφηϲ ὑϲϲωπον
οἰνῳ λειου . Ἀλλο προϲ τα ἐν τοιϲ ποροιϲ τηϲ ῥινοϲ ἁπλουϲτερα ἑλκη . λιθαργυρου ⋖ Ϛ ψιμμυθιου ⋖ η
9999428 Περσικῃ
το ἐθνικον Ἐλπιανος . Ἐλυμαια , χωρα Ἀσσυριων προς τῃ Περσικῃ , της Σουσιδος ἐγγυς . οἱ οἰκουντες Ἐλυμαιοι .
τον χαλκηρη στολον , ἠτοι το ἐμβολον , ἐν νηϊ Περσικῃ δηλονοτι . στολος δε λεγεται το ἐμβολον παρα το
9999425 ἠελιοιο
εἰσι , παλιν δ ' , ἀγκωνας ἑλιξας , ἀντην ἠελιοιο μεσην Βαβυλωνα περησας , Περσιδος εἰς ἁλος οἰδμα θοην
αἰψα δ ' ἰαινετο κηρος , ἐπει κελετο μεγαλη ἰς ἠελιοιο . οὐ παντως δε , εἰ τι ἰαινεται ,
9999424 ϲτομαχοϲ
πληττονται ὑπο τηϲ του ψυχρου ποϲεωϲ : τῳ μεν γαρ ϲτομαχοϲ ἐπαθεν οὑτωϲ ἰϲχυρωϲ , ὡϲτε ἀπολεϲαι την ἐνεργειαν και
, ἀταρ και τα ἀλλα διψαλεα ὀργανα , ϲτομα , ϲτομαχοϲ : οὐρα λεπτα , ὑδατωδεα : κοιλιη τα πολλα
9999424 σπασμῳ
. το δε “ σκορδινωμαι ” ἀντι του κλωμαι και σπασμῳ συνεχομαι . οἱ γαρ ἀπο πληθωρας σκοροδων ἐμουντες δια
ἐστι δηλητηριος , ἡτις ἁπαν το σωμα του φαγοντος αὐτην σπασμῳ ὑποβαλλει , ὡς και των χειλεων συσταλεντων γυμνουσθαι τους
9999423 δωκε
δ ' Ἀθηναιη πεπνυμενῳ ἀνδρι δικαιῳ , οὑνεκα οἱ προτερῃ δωκε χρυσειον ἀλεισον : αὐτικα δ ' εὐχετο πολλα Ποσειδαωνι
συνωνυμιαν κλιμαξ , ὡς ἐχει το Ὁμηρικον , Ἡφαιστος μεν δωκε Διϊ Κρονιωνι ἀνακτι : αὐταρ ἀρα Ζευς δωκε διακτορῳ
9999422 Ἀκαδημιᾳ
ὡς ἀν μηδεν των πανταχου σοφως εὑρημενων διαλαθῃ τους ἐν Ἀκαδημιᾳ φιλοσοφουντας . Οἰον και περι της ὑλης πῃ μεν
μεν Ἀριστοτελης ἐν Λυκειῳ ἐπαιδευεν , ὁ δε Ξενοκρατης ἐν Ἀκαδημιᾳ : ὑστερον δε τοις μεν ὁ τοπος ἐξελιπε και
9999421 Κιλικιᾳ
λεχθεισων δεκα ἐστι πολισμα τα Τυανα , ἐν δε τῃ Κιλικιᾳ καλουμενῃ τα Μαζακα ἡ μητροπολις του ἐθνους : καλειται
οἰκησαντα κολασθεντα δ ' ἐν Σικελιᾳ Ὁτι ὁ Τυφως ἐν Κιλικιᾳ μεν ἐγεννηθη ἐν Σικελιᾳ δε ἐκεραυνωθη ἐν τοις ποσι
9999421 ἰδιωτῃ
οὐκ εἰς ἀλλο τι ἠ εἰς ἀγαν δουλειαν μεταβαλλειν και ἰδιωτῃ και πολει . Εἰκος γαρ . Εἰκοτως τοινυν ,
. οἰδα δε και τουτο , ὁτι πολλῳ κρειττον ἐστιν ἰδιωτῃ δανεισαντα χρεωκοπεισθαι ἠ πολει : ὑπο ἰδιωτου μεν γαρ
9999418 Μελαμποδα
. κὠ τοξοτας Ἡρακλεης καλλιστ ' ὑπαυλην κἀ μεγασθενης Ἀσαναια Μελαμποδα τ ' Ἁρπολυκον τε ἀρχοι μεν γαρ † κοθρασιων
ὑπο τουτου παιδευθεντες ἡρωες , ὁσα τε εἰς Ἀριστεα και Μελαμποδα και Πολυειδον ἀναφερεται . παρα δε Αἰγυπτιοις ἠν μεν
9999418 βιαιῳ
και της ψυχης ἑκαστου των πολιτων , και τοις μεν βιαιῳ θανατῳ τετελευτηκοσι βοηθησαι , τους δε παρανομον τι των
ὡς νομιμως και σφοδρ ' ἀνθρωπινως κειται . ἐαν τις βιαιῳ θανατῳ ἀποθανῃ , φησιν . πρωτον μεν δη τουτο
9999417 Εὐπολιδι
ὡς δωριζω , ἀφ ' οὑ το ἐντεθετταλισμεθα παρα τῳ Εὐπολιδι ἐν Μαρικᾳ , τουτεστι χλαμυδα Θετταλικην φορουμεν . Θετταλικον
χειρος εἰσιοντων προς τῃ Νεμεᾳ ἑστηκεν ἐπιδεξια , παρα δε Εὐπολιδι προποσεως σχημα ὁταν δε δη πινωσι την ἐπιδεξια .
9999417 σελιδιῳ
εἰσενεγκοντες τα παρακειμενα αὐτῳ ἑξηκοστα ἐν τῳ αʹ του ἀστερος σελιδιῳ ἐπισκεψομεθα , κἀν μεν προς ἀφαιρεσιν ᾐ τα ἑξηκοστα
με : αἱς παρακειται τεταρτῳ σελιδιῳ # γ , ἑκτω σελιδιῳ # # : γινεται # γ τα διαφορα .
9999417 κραδιη
ἡσυχος ἀνστρεφεται και μειλιχος ἀνθρωποισι , του δε σιδηρεη μεν κραδιη , χαλκεον δε οἱ ἠτορ νηλεες ἐν στηθεσσιν :
ἀλλα και ὑπο τηϲ πνιγοϲ ξυνδιωκομενοι ἀμαυρουνται : θωρηξ και κραδιη φλεγεται : ποθη ψυχρου ἠεροϲ : εἰϲπνεουϲι δε ϲμικρον
9999415 Ἀρτεμισιῳ
ἐπιβαλλειν . και ὁ Οὐλπιανος ἐφη : μα τους ἐν Ἀρτεμισιῳ κινδυνευσαντας , οὐδεις τινος γευσεται πριν λεχθηναι που κειται
Κορινθιοι δε το αὐτο πληρωμα παρεχομενοι το και ἐπ ' Ἀρτεμισιῳ : Σικυωνιοι δε πεντεκαιδεκα παρειχοντο νεας , Ἐπιδαυριοι δε
9999414 κομισῃ
Διατετακται παρα Δελφοις τῃ θυσιᾳ των θεοξενιων , ὁς ἀν κομισῃ γηθυλλιδα μεγιστην τῃ Λητοι , λαμβανειν μοιραν ἀπο της
γαρ παρα Δελφοις τῃ θυσιᾳ των Θεοξενιων , ὁς ἀν κομισῃ γηθυλλιδα μεγιστην τῃ Λητοι , λαμβανειν μοιραν ἀπο της
9999414 κινηϲιϲ
ποδαϲ ἐχουϲαιϲ ἐν ἠρεμιᾳ : προκλητικη γαρ παϲηϲ ῥυϲεωϲ ἐϲτιν κινηϲιϲ . και τουϲ μεν ὀγκουϲ τε και ταϲ ϲκληριαϲ
θωρακοϲ , ἐπι τε παρεϲεωϲ , ἡνικα μη μονον ἡ κινηϲιϲ , ἀλλα και ἡ ἁπτικη αἰϲθηϲιϲ ἐκλελοιπε . παρηγορητεον
9999413 ξηροιϲ
ἐϲθ ' ὁτε ϲυν ἀμυγδαλοιϲ ἠ ῥοδοιϲ , ἠ τοιϲ ξηροιϲ ἠ ἁπαλοιϲ , ἠ ϲυν ἡδυοϲμῳ μετα γληχωνοϲ μιϲγομενων
δει δε ταϲ εὐηθειϲ θεραπευειν , ταϲ μεν μικραϲ φαρμακοιϲ ξηροιϲ , ὡϲ τῳ προϲ τουϲ ψωρωδειϲ κανθουϲ δια καδμιαϲ
9999411 κλεα
: και παλιν Μους ' ἀρ ' ἀοιδον ἀνηκεν ἀειδεμεναι κλεα ἀνδρων . ὁ δε γε Ἀλκινους αὐτος συνιστας αὐτον
ἐν Ἰλιαδι Ἀχιλλευς , ὁ τῃ κιθαρᾳ προσᾳδων και τα κλεα των προτερων δια του μελους ἐς μνημην ἑαυτῳ ἀγων
9999410 ψυχραϲ
. Ἐξ ὑδατωδουϲ οὐϲιαϲ ἀτρεμα θερμηϲ και γεω - δουϲ ψυχραϲ οὐ πολληϲ ϲυγκειται , δι ' ἡν και ϲτυφει
δη και το ψυχρον ποτον ἐπιτηδειον αὐτοιϲ . Ὑγραϲ και ψυχραϲ δυϲκραϲιαϲ ἰαϲιϲ . Τηϲ δε μετα ψυξεωϲ ὑγραϲ δυϲκραϲιαϲ
9999410 κυ
ἡμικυκλιου , ποτε ἐλαττον , και ἀλλου μεντοι και ἀλλου κυ - κλου τμημα , και οὐδε κυκλοι δε εἰεν
τετρακις δυο ὀκτω . ὁ τοινυν ὀγδοος ἀπο του δυο κυ - βος γινεται . λεγεται ἡ ἐνατη και κατα
9999409 κραδιῃ
και χωρος ἐφεστιος , ἐνθ ' ἐγενοντο , σταζει ἐνι κραδιῃ γλυκερον γανος , οὐδ ' ἀρα μουνοις πατρις ἐφημεριοισι
ὡς μη Πριαμος ἰδοι υἱον , μη ὁ μεν ἀχνυμενῃ κραδιῃ χολον οὐκ ἐρυσαιτο παιδα ἰδων , Ἀχιληϊ δ '
9999408 ἠρθη
ἐν βορβορῳ καθηται . “ εἰτα θαυμαζεις εἰ ἐπι μεγα ἠρθη το χρηστηριον , ὁρων τας ἐρωτησεις των προσιοντων συνετας
, πολλοις δε τραυμασι περιπεσων και τελευτησας ὑπο των ἰδιων ἠρθη και προς την ἀποσκευην ἀπηνεχθη τετελευτηκως : τῃ δ
9999408 Φοινικῃ
οὑ και ξοανον εἰναι μαλα σεβασμιον και ναον ζυγοφορουμενον ἐν Φοινικῃ : παρα δε Βυβλιοις ἐξαιρετως θεων ὁ μεγιστος ὀνομαζεται
κερδος ἐν δικαστηριοις οὑτοσι Παλλαδιος . διαφυγων μεν τας ἐν Φοινικῃ χορειας , τῳ πονειν δε ἡσθεις πλεον ἠ τῳ
9999407 ἐφορᾳς
' ἐμον : ἐν φροντιδι ἐχεις . οἱον : εἰ ἐφορᾳς το παρ ' ἐμου μισος και την ἐμην συγγενειαν
κελαινεφες , αἰθερι ναιων , Ἠελιος , ὁς παντ ' ἐφορᾳς και παντ ' ἐπακουεις . ἀντι του , ὠ
9999406 ἑρμηνεα
δοκουντες ἀπατωνται . προς οὑς πως ἐνην ἀπαντησαι μη τον ἑρμηνεα διανοιας λογον , Ἀαρων ἐπικλησιν , ἑτοιμασαμενον ; ὁς
τον παθητικον [ ? ] , τον λεγομενον του νου ἑρμηνεα . . . . . Ἀ . δε τον
9999403 ἐφυγε
ἐτη της κατασκαφης ἑκατον και δυο . ὁτι Βομιλχαρ κατηγορουμενος ἐφυγε προ δικης και Ἰογορθας συν αὐτῳ , τουτο δη
. και τυγχανοι γε θεων εὐμενων ἐκεινος , ὁς οὐτε ἐφυγε την χαριν οὐτε ἀηδως ἐδωκε . νυν δ '
9999403 πικραϲ
. το δε γιγγιδιον ὁμοιον ἐϲτι τῳ ϲκανδικι ϲτυφουϲηϲ και πικραϲ οὐκ ὀλιγηϲ μετεχον ποιοτητοϲ : ἐϲτι δε και εὐϲτομαχον
ϲυνθετον ἐχετωϲαν δυναμιν ἐκ τε τηϲ χαλαϲτικηϲ και λεπτομερουϲ και πικραϲ και τηϲ ϲτυφουϲηϲ . Τοιϲ μεν κριτικωϲ γιγνομενοιϲ ῥιγεϲιν
9999402 βλεπε
. ” παλιν δ ' εἰποντος του Λυσιμαχου , “ βλεπε ὁπως μη παρεσῃ προς ἡμας ἐτι , ” “
κατ ' εἰκονα φερει : Ὁδηγον αὐ λαμβανε ταυτην και βλεπε : Εἰ μεν Σεληνη γαρ ἀγαθυνοιτο σοι , Νεμει
9999402 θαυμαζε
εἰδως . ὀργην πληθους μη παροξυνε . ἐπαινον πληθους μη θαυμαζε ἠ μη ἀτιμαζε . θορυβον τματων [ . .
, εἰκοτως οἰει ταυτῃ παντα ταυτα γεγονεναι . και μη θαυμαζε : κακος γαρ ἀν ἐχοντι γε νουν ἀνδρι φαινοιμην
9999401 σφεα
μελεα διαταμοντας ὡς μεγιστα κομιζειν ἐς ταυτα τα χωρια και σφεα θεντας ἀγχου των νεοσσιεων ἀπαλλασσεσθαι ἑκας αὐτεων : τας
. ἰομεν αὐτις ἑκαστοι ἐπι σφεα : οὐχ ὑγιως το σφεα κειται , ἰσοδυναμει γαρ τῳ σφα ἐπι τριτου προσωπου
9999401 ἐγχεα
. . Ε . τω δ ' ἐκσπασσαμενω δολιχ ' ἐγχεα χερσιν ἁμ ' ἀμφω συν ῥ ' ἐπεσον ,
. ἑπταχα εἰς ἑπτα μερη . ἐπτυσσοντο ἐκραδαινοντο : “ ἐγχεα δ ' ἐπτυσσοντο . ” ἐπωχατο τοις ὀχευσι λεγομενοις
9999398 γοοιο
ὀρινε . τῃσι δ ' ἐπειθ ' Ἑλενη τριτατη ἐξηρχε γοοιο : Ἑκτορ ἐμῳ θυμῳ δαερων πολυ φιλτατε παντων ,
ἐασομεν ἀχνυμενοι περ : οὐ γαρ τις πρηξις πελεται κρυεροιο γοοιο : ὡς γαρ ἐπεκλωσαντο θεοι δειλοισι βροτοισι ζωειν ἀχνυμενοις
9999398 φλεβοτομιαϲ
του παλμου ϲυμπτωμα τηϲ καρδιαϲ , κἀπειδη τριϲιν ἐτεϲιν ἐπειραθη φλεβοτομιαϲ ὠφελουϲηϲ , ἐφθαϲεν ἐπι του τεταρτου φλεβοτομηθειϲ , πριν
κεφαλην , αἱ δε μεϲαι ἀμφοτερων , ἁμαρτηθειϲηϲ δε τηϲ φλεβοτομιαϲ , κατα μεν την μεϲην φλεβα νευρον ὑποκειμενον διαιρειται
9999398 βαθοϲ
αἱ ἑλμινθεϲ ὑποβιβαζοιντο κατω . εἰ δε ϲαπειϲαι κατα το βαθοϲ μη ἐκκρινοιντο , ἀλλα μαλλον ἀναθυμιαϲειϲ ἐργαζοιντο , δει
και την ἐν τῳ βαθει ὑλην ἐφελκεται και ἐμψυχει το βαθοϲ και πολλακιϲ ἱδρωταϲ ἠνεγκεν ἐξατμιϲαι το πολυ των δριμεων
9999398 ἱππεα
οἱ μεν γαρ Ἑλληνες οὐτε τοξοτην εἰχον οὐτε ἀκοντιστην οὐτε ἱππεα : οἱ δε προσθεοντες και προσελαυνοντες ἠκοντιζον : ὁποτε
ἱερεια βραχεως την ἐσχατην και βαρυτονως την παρατελευτον Ἑλληνες . ἱππεα ἁλιεα βασιλεα μακρως Ἀττικοι . ἱερειον Ἀττικοι , θυμα
9999396 ψευδεα
οὐτε εἰς το γαμηθηναι , οὐτε εἰς το γεννηθηναι . ψευδεα θ ' αἱμυλιους τε λογους : ὁ δε τοτε
' ἐλεγξασα εἰτ ' ἐστ ' ἀληθεα πρωτον εἰτε και ψευδεα ; ἀ δ ' αὐτος εἰπας ἀρτι τηι ἰδιηι
9999395 ὡροσκοπῳ
τους γονεις ποιουσιν . ὁ Ἡλιος δυνων , διαμετρος τῳ ὡροσκοπῳ , χωρισμον γονεων ποιει . το αὐτο δε Σεληνη
ἐσονται τα τοιαυτα προφασει μεγιστανων : εἰ δε ἐν τῳ ὡροσκοπῳ , ἐξ ἰδιας κινησεως και ἀγωνος και οἰκειου ἐργου
9999394 αἰφνιδιῳ
γαρ [ οὐχ ] οὑτω , δεησει πλεονασμῳ της θαλαττης αἰφνιδιῳ γενομενῳ την ἐπικλυσιν συμβαινειν , καθαπερ ἐν ταις ἀναβασεσι
ὡς ἐπι πολυ το ἡττον ἐχειν , αἱ δε τῳ αἰφνιδιῳ και παρ ' ἐλπιδα χωρησαντι * λογισμῳ τε ἀσφαλει
9999392 ἠλπισε
, θαυμαστης δε της ῥωμης , ὁστις ταυτα πρωτος πεισειν ἠλπισε και οὐκ ἀπεγνω πραγμα τοσουτον : θαυμαστης δε και
γε ὁ μεν τυχων ἐπι του κατορθωσαντος και ἐπιτυχοντος ὁ ἠλπισε λεγεται , ὁ δε ὑπονοησας ἐπι του προαισθομενου το
9999391 πυλιδα
τας ὑποσχεσεις ἡ Ταρπεια τοις μεν πολεμιοις ἀνεῳξε την συγκειμενην πυλιδα , τους δ ' ἐν τῳ χωριῳ φυλακας ἀναστησασα
ἐξεπιπτον , εἰσι δ ' οἱ το τειχος ὑπερβαντες και πυλιδα ἀνεῳξαν , ἡ προεσταυρωτο πυκνοτατοις σταυροις , και τους
9999390 ναυκληρῳ
τοκους προκεισθαι και στεφανον διδοσθαι εἰς τιμην , τῳ δε ναυκληρῳ ἀνολκην και καθολκην . Ἐξοπλισιας τε πυκνας ποιεισθαι ,
κρωζους ' εἰς την Λιβυην μεταχωρῃ : και πηδαλιον τοτε ναυκληρῳ φραζει κρεμασαντι καθευδειν , εἰτα δ ' Ὀρεστῃ χλαιναν
9999389 ϲκληριαϲ
και ὀδυνηρου παυϲαμενου , μενοντοϲ δε του ὀγκου και τηϲ ϲκληριαϲ . τουτοιϲ οὐν και το ϲτομα δυϲωδεϲ γινεται ,
ἠ κολοκυνθῃ ὠμῃ . χρονιου δε τηϲ διαθεϲεωϲ οὐϲηϲ μετα ϲκληριαϲ ϲικυου ἀγριου ῥιζαν ἑψηϲαϲ ἐν μελικρατῳ και λειοτριβηϲαϲ μετα
9999389 ἐδοξε
ὁ Μαγνης παγκρατιαστης οὐ προ πολλου του ἐν Ῥωμῃ ἀγωνος ἐδοξε παγκρατιαζοντος αὐτου νυκτα γεγονεναι . οὐ μονον ἐλειφθη τον
σαυτου κρισιν : πατερα σε εἰναι δει : τουτο γαρ ἐδοξε σοι , τουτ ' ἐδοκιμασας , τουτ ' ἐκυρωσας
9999388 ἠχθω
, ΕΠ , δια δε του Α τῃ ΜΕΘΝ παραλληλος ἠχθω ἡ ΣΑΤ , και πεποιησθω , ὡς μεν το
ἐσται ἡ ὑπο ΘΓΑ γωνια της κλισεως των ἐπιπεδων . ἠχθω δη και ἀπο του Β ἐπι την ΑΓ καθετος
9999387 Δωριεα
δε αὐτοις Κλεομβροτον . ἐπει δε ἀπεθανεν Ἀναξανδριδης , Λακεδαιμονιοι Δωριεα και γνωμην Κλεομενους και τα ἐς πολεμον ἀμεινονα εἰναι
του βωμου του Διος : διο και ποιησαι εἰς αὐτον Δωριεα τον ποιητην ταδε : τοιος ἐην Μιλων , ὁτ
9999387 σπορᾳ
Πετοσιριν ὁτι ἐν ᾡ ζῳδιῳ εὑρισκεται ἡ Σεληνη ἐν τῃ σπορᾳ τουτο ὡροσκοπησει ἐν τῃ ἐκτεξει , ὁπου δε ἐν
του κατηγορου ὁτι ἠγαγετο ὁ τουτου πατηρ ἐπι γνησιᾳ παιδων σπορᾳ ἐλπιζων γηροκομεισθαι : εἰτα ὁτι πεποιηκε παιδα : ἀνηγαγε
9999387 βαδιζε
μηρος πατασσεσθω , και λαρυγγιζε και ἐπιχρεμπτου τοις λεγομενοις και βαδιζε μεταφερων την πυγην . και ἠν μεν σε μη
ἐστι πραγμα ὁ λεγοντες προστασσομεν , οἱον , συ μεν βαδιζε τας ἐπ ' Ἰναχου ῥοας . ὁρκικον δε ἐστι
9999386 Ἰλλυριδα
Ἡμεις δ ' ἐπει τα κατα την Μακεδονικην και την Ἰλλυριδα διηλθομεν , μεταβησομεθα προς τας ἑτερογενεις πραξεις . κατα
Μυσοις και ἐν Γεταις και ἐν Σκυθιᾳ και ἀνα την Ἰλλυριδα , ἀφ ' ἱππων των Σκυθικων και Ἰλλυρικων διωκουσιν
9999385 Θετταλικα
τι προς τα Λυδων δειπνα και τα Θετταλων ; τα Θετταλικα μεν πολυ καπανικωτερα . ἐρειδετον : κἀγω κατοπιν σφῳν
, καινου το ἐντευθεν βιου φασιν ἀρχεσθαι . τα δε Θετταλικα ἐναγισματα φοιτωντα τῳ Ἀχιλλει ἐκ Θετταλιας ἐχρησθη Θετταλοις ἐκ
9999385 Περση
και πειθεσθαι συ δ ' ἀκουε δικης : 〚 ὠ Περση , μη ᾐς ὑβριστης , ἀλλα σωφρων : και
ἁπερ ἀν εἰη ἐπι τα ἀμεινω . * ἐργαζευ , Περση , διον γενος : το διον γενος δηλοι ἠ
9999385 δολῳ
, τειος μοι ἀδελφεον ἀλλος ἐπεφνε λαθρῃ , ἀνωϊστι , δολῳ οὐλομενης ἀλοχοιο . ὡς οὐ τοι χαιρων τοισδε κτεατεσσιν
δευρο συνεληλυθοτες ἀνδρες εἰς Κλεισθενους τας θεοις ἐχθρας γυναικας ἐξεπαρωσιν δολῳ καταλαβειν τα χρημαθ ' ἡμων τον τε μισθον ,
9999385 δορυ
“ μεταβαλλου ἐπι δορυ , ” ἀλλ ' “ ἐπι δορυ μεταβαλλου ” φησαιμεν , οὐδ ' “ ἐξελισσε τον
θελοι ἀμφι σοις λογοισιν εἰργειν . το δε ναιον Ἀργοθεν δορυ οὐτε πριν τιν ' οὐτε νυν ἀνδρων ἐπορευσε σεθεν
9999383 εὐσεβη
ἡμιν ἡλιος και φεγγος ἱλαρον ἐστιν , ὁσοι μεμυημεθ ' εὐσεβη τε διηγομεν τροπον περι τους ξενους και τους ἰδιωτας
, ἀλλα τας σχεσεις τηρουντα τας φυσικας και ἐπιθετους ὡς εὐσεβη , ὡς υἱον , ὡς ἀδελφον , ὡς πατερα
9999383 ἀμισθι
, ἐν τελει , οὐκ ἐξ ἀτελειας μαθειν , οὐκ ἀμισθι μαθειν . ὁ δε μισθος ἀργυριον , χρηματα ,
τῃ πολει , ἰδιᾳ δε και ἐμαυτῳ μονῳ , και ἀμισθι οὐ μεταδιδωμι σοι . Γ πονηρ ' ] γεωργε
9999382 γνωμῃ
τιμης ἀφαιρειν ἐδοκει , και ταυτα της καλλιονος μοιρας ἠν γνωμῃ θεων . ὁτε γουν ἀφῃρεθης την του βαδιζειν ὁποι
τε γελωτα . τοιαυτη δε ποσις σωματι τ ' ὠφελιμος γνωμῃ τε κτησει τε : καλως δ ' εἰς ἐργ
9999381 χαλκουϲ
χαλκουϲ ηʹ . Το ἡμιωβολον ἐχει κερατιον αʹ ʂ , χαλκουϲ δʹ . Θερμοϲ ἐχει κερατια βʹ , χαλκουϲ εʹ
χʹ , θερμουϲ Ϡʹ , κε - ρατια ͵αωʹ , χαλκουϲ ͵δωʹ [ ἀλλοι ͵γχʹ ] . ἡ Πτολεμαϊκη μνα
9999381 ἐψηφισασθε
, ποτερον ἰστε ὁτι ἐσται οὑ ἑνεκα πραττειν διανοεισθε ἁ ἐψηφισασθε , οὐκ οἰομαι ἀν φησαι ὑμας . τι δ
ἐδεηθη ἐξετασεως , ἀλλα ὡσπερ προτερον ἐν τῳ φανερῳ παντες ἐψηφισασθε , ὁποτε με ὑπενοησατε βουλεσθαι , το αὐτο και

Back