Εὐριπιδῃ ἐν Ἀνδρομαχῃ και μην δεδορκα τονδε Πηλεα πελας , ἐξετεινε γαρ το α . Ταυτα μεν ἐν τουτοις .
τουτον ἀρα τον τροπον παρα το χαμαι το χαμαθεν ἀναγκαιως ἐξετεινε το α . και περι του τετριμμενου δε κατα
9999971 κατεφαινετο
του τοιουτου καταμετρησιν , το δε και πηλικην πανυ ἡμιν κατεφαινετο δισταξιμον της ἐν ταις ἐπιβολαις του ἐπιπροσθησαντος πλατους ἐπι
ἀπταιστον ἠν , το γουν δυνατον αὐτου μεγιστης σπουδης ἀξιον κατεφαινετο , τον αὐτον οἰμαι τροπον και ἐπι του φυλακτικου
9999968 μυστηριοις
φυλαξασθαι ] ἐξελθειν εἰς Χαιρωνειαν . . . . τοις μυστηριοις ] μυστηρια δει νοειν τα Κορης και Δημητρος .
την θεον θυσιαις τ ' ἐπιφανεσταταις και τοις ἐν Ἐλευσινι μυστηριοις , ἁ δια την ὑπερβολην της ἀρχαιοτητος και ἁγνειας
9999967 ἀπεκτεινε
ἀριστει γερας εἰναι , λιποντα τινα την ταξιν ὁ ἀριστευς ἀπεκτεινε και φευγει φονου . οὐ γαρ ἁπλως τῳ ἀντεγκληματι
οἱον ἀνακαινιζομενον : ἑως οὑ ὁ Ἡρακλης τοξευσας τον ἀετον ἀπεκτεινε , τον Προμηθεα δε κακης μεριμνης ἀπελυσε . ταυτα
9999967 συνδρομης
ἡρωικως δε μαχομενος και πολλοις τραυμασι περιπεσων ἐτελευτησε , τοτε συνδρομης γενομενης περι του πτωματος νεκρων πληθος ἐσωρευθη . ἀναρχιας
συμπτωματων εἰδως , πολλακις ἀνομοιου δοκουσης εἰναι τοις πολλοις της συνδρομης , τοις αὐτοις χρησεται , οἱον ὀπισθοτονικοι τινες λεγονται
9999967 Πυθαγορικους
: εἰ αὐταρκειαν ἀσπαζῃ , φιλοσοφε , τι οὐ τους Πυθαγορικους ἐκεινους ζηλοις , περι ὡν φησιν Ἀντιφανης μεν ἐν
το δεχομενον αὐτην οὐκετι προσδιοριζουσιν , ὡσπερ ἐνδεχομενον κατα τους Πυθαγορικους μυθους , οἱς ἐκεινος μεν ἐχρητο πολιτικως , οὑτοι
9999966 ἀποκτεινῃ
διδωσιν . οὐκουν και τῳ μη προσθειναι πως , ἐαν ἀποκτεινῃ , και τῳ μηδεμιαν κρισιν εἰπειν , και τῳ
ἑψουσι . Φρυγες δε ἐαν παρ ' αὐτοις τις ἀροτηρα ἀποκτεινῃ βουν , ἡ ζημια θανατος αὐτῳ . Σαγαραιοι δε
9999966 παρεστηκε
εἰς το του λεγοντος προσωπον : και εἰ τῳ ἀρα παρεστηκε τον μεν Συρακοσιον , ἑαυτον δ ' οὐ πολεμιον
ὀρθη και ἐναρμοζει τῃ δευτερᾳ και μιαν περονην λαμβανει : παρεστηκε δε τῃ κλιμακι ξυλον ὑψηλοτερον , ζυγωμα ἐχον ,
9999966 τετρακισχιλιους
των Νομαδων των καλουμενων Ἀρεακιδων ἐς φιλιαν ὑπηγετο . και τετρακισχιλιους ἱππεας αὐτομολους αὐτῳ προσφυγοντας , οἱ Συφακος ὀντες τοτε
φιλων Ἀθηναιον , δους δ ' αὐτῳ πεζους μεν εὐζωνους τετρακισχιλιους , ἱππεις δε τους ἐπιτηδειους εἰς δρομον ἑξακοσιους συνεταξεν
9999966 ἀποδημια
ὁδου καταρχεσθαι και ἐπανιεναι οἰκοι . ἐν Διδυμοις χρονιος ἡ ἀποδημια ἐσται . ἀπο δε της ξενης ἀρχεσθαι εἰς τα
μεν αὐτων ] , θυγατριον δε θατερωι . ἐπειτ ' ἀποδημια ] τιϲ ἀμφοτεροιϲ ἁμα εἰϲ την Ἀϲιαν ] ἐκει
9999965 τεσσαρεσκαιδεκατον
, ἐμετος χολωδων ἠ φλεγματωδων . τουτων προφαινομενων περι το τεσσαρεσκαιδεκατον ἐτος , δει τον ἰατρον τεκμαιρεσθαι ὡς ἐπειγει ἡ
παιδι Κλεοδαμου νικησαντι την οϚʹ Ὀλυμπιαδα . . . Το τεσσαρεσκαιδεκατον εἰδος μονοστροφικον ἐστιν ἐκ ιηʹ κωλων και ιζʹ .
9999965 ἀποτυγχανει
τινων μεν τυγχανει του ὀντος , ἐπι δε των πολλων ἀποτυγχανει . Οὐ μην οἱ γε θεοπεμπτοι καλουμενοι ὀνειροι τουτον
παντα τελειοι , ἡ δε διψυχια μη καταπιστευουσα ἑαυτῃ παντων ἀποτυγχανει των ἐργων αὐτης ὡν πρασσει . βλεπεις οὐν ,
9999965 τεσσαρακοστης
περιξ ἁπαντα , και δια τουτο πολλακις και μεχρι της τεσσαρακοστης ἡμερας ἐκτεινονται : και γαρ και μετα το παυσασθαι
εὐωνοτερους εἰναι , και το ψηφισμα ἀκυρον γεγονε . της τεσσαρακοστης : Οὑτος ἐγραψε τεσσαρακοστην εἰσενεγκειν ἀπο της οὐσιας εἰς
9999965 λαμπροτατην
δε ἀντεδιδου την αἰτησιν , και δημοθοινιαν ἐξω της πολεως λαμπροτατην παρασκευασαμενος τοις πολιταις , και ταυτῃ μηδε τας πυλας
ἠν , τον μεν Σικκιον ἐθαπτον , ἐκκομιδην τε ποιησαμενοι λαμπροτατην και πυραν νησαντες ὑπερμεγεθη και των ἀλλων ἀπαρχομενοι κατα
9999965 ἀγανακτεις
παιομεθα ὑπο του καταρατου ἐν ἐλευθερᾳ τῃ πολει . Τι ἀγανακτεις , ὠγαθε ; μων παρακεκρουσμαι σε ; και μην
ὁ κηπουρος λεγει ” ναι . “ Αἰσωπος λεγει ” ἀγανακτεις οὐν ἀκουων κακοπαθος , εἰ κηπουρος εἰ ; [
9999965 ὀκτακισχιλιους
την Ἀμιλκα δυναμιν ὑπερβηναι . και ἐστρατευσεν ἑξακισμυριους , ἱππεις ὀκτακισχιλιους , ἐλεφαντας διακοσιους . ὑπο δε οἰκετου ἐπιβουλευθεις ἐσφαγη
πεζους μεν πλειους των δισμυριων ὀκτακισχιλιων , ἱππεις δ ' ὀκτακισχιλιους πεντακοσιους , ἐλεφαντας δε ἑξηκοντα πεντε . Διηλλαγμεναις δ
9999965 σπουδαστεον
τε και αἰτιας και των ἀρχων ὁ θεος ἐξηγειται , σπουδαστεον ἐν τουτῳ μαλιστα ἐκεινην την ἐπιστημην κτησασθαι , δι
εἰ δε ἐν τουτῳ μαλιστα ἐστιν ἡ ὀντως εὐδαιμονια , σπουδαστεον περι αὐτην , εἰπερ ὀντως βουλομεθα μακαριοι εἰναι .
9999965 σκοροδον
ἀμορφως ἠμφιεσμενον την καυνακην και ἀναρμοστως , ὡς και το σκοροδον τῳ δοθιηνι ἀναρμοστον εἰς θεραπειαν . Γ εἰδος φυματος
εἰδος ῥαφανιδος συρμαια . πρασον , κρομ - μυον , σκοροδον , σελινον , μαλαχη , τευτλον , κοριαννον ,
9999965 σκοπωμεν
ἐχων ἀνειργεσθαι της ἀπατης και του ἐν αὐτῃ ὑπνου . σκοπωμεν οὐν τα γεγραμμενα : γραφῃ γαρ παρεστηκαμεν . περικεινται
δει δε τους ἑτερους ἑλομενους μη καταλιπειν μηδε προδουναι , σκοπωμεν ποτερων μαλλον προνοηθηναι προσηκει . φερε δη προς του
9999964 δηλωσει
. ὡν δε ἑνεκα , και ὁσα ἐνταυθα ἐπραξαμεν , δηλωσει σοι τα Ῥωμαϊκα γραμματα . ἀπο δε Χωβου Σιγαμην
λυπη , ἀχανεις ποιουσα τους κακως παθοντας . Ταυτα δε δηλωσει και Μενεκρατης ὁ Τυριος . Πεπονθε δε οὑτως Ἰνω
9999964 παρελαμβανετο
. Ἐπι πασι δε τοις κατειλεγμενοις ὁ τουτων συνδετικος συνδεσμος παρελαμβανετο , οὐδεν δυναμενος ἰδιᾳ παραστησαι χωρις της των λεξεων
' ἀν τουτο πιθανον , εἰ παντοτε ἀντι του και παρελαμβανετο ὁ κατα . και φαινεται ὁτι , δι '
9999964 διειλοντο
πλημυριδος , ἐπικλυσθεισα ἡ Κυρβη ἐρημος ἐγενετο , αὐτοι δε διειλοντο την χωραν , και ἑκαστος ἑαυτου πολιν ὁμωνυμον ἐκτισε
δεινοτατοι ὀντες των βαρβαρων ; ἐξ ὁλοσφυρου γαρ ἰσον μερισμον διειλοντο , και πρωτοι χαρακτηρα ἐβαλον , † εἰς τον
9999964 τελειοτητι
ἐξαιθριασαντες προσεπλεξαν τῳ κηριῳ και θειῳ : και οὑτως ἐκπυρωσαντες τελειοτητι και συμμετροις πυριαις , τουτεστιν λειωσεσιν ἠ ὀπτησεσιν ἀνελομενοι
ἀλογως δ ' ἀν οὐτε ἀπορησειεν οὐτε ἀξιωσειεν : ἐν τελειοτητι μεν γαρ τινι το σπερμοφυειν και των ζωων ὁσων
9999964 ἀξιως
, ἡκον προς αὐτην , ἐρωτησεν , εἰ καλως και ἀξιως της Σπαρτης ὁ υἱος ἐτελευτα : μεγαλυνοντων δ '
προτερον ἐπι την Πελοποννησον ἐλθοντα ἠ τα παρ ' ὑμων ἀξιως προαπαντησαι , και νυν τους Ἀθηναιους οὐχ ἑκας ,
9999964 ἡγεμονικου
τα ἀρσενικα τῳ κυριῳ „ . εἰπων περι των του ἡγεμονικου γεννηματων ἀρχεται διδασκειν και περι των του ἀλογου ,
ἡγεμονικου μεχρι ὀφθαλμων , ἀκοην δε πνευμα διατεινον ἀπο του ἡγεμονικου μεχρι των ὠτων : των δε λοιπων το μεν
9999964 σκοτεινα
ἑψητοι τα λητα ἰχθυδια : ἑψια ἡ παιδια : ἐψιοωντα σκοτεινα . Πασα λεξις δια της βε συλλαβης ἀρχομενη ,
* ἰσοθεος . σαφη . ἐμου δηλονοτι . πεμποντος . σκοτεινα . τα ποικιλα τῳ θρηνῳ . κακοφημα . δυσφημα
9999964 κατεστρατοπεδευσαν
ἐκ της ἐν Φεραις τυραννιδος : συστησαμενοι δε δυναμιν ἀξιομαχον κατεστρατοπεδευσαν περι Μαντινειαν . μετα δε ταυτα ἐπι πολιν Ὀρνεας
περι Ἀγαθοκλεα και βραχυ διαχωρισαντες ἀπ ' ἀλληλων την δυναμιν κατεστρατοπεδευσαν . εἰθ ' οἱ μεν Καρχηδονιοι πυθομενοι την τουτων
9999964 Πυθαγορειους
μεγεθη τε και αἰσθητα ποιουντας , ἀπορει προς μεν τους Πυθαγορειους , πως ἐξ ἀβαρων και ἀμεγεθων των ἀριθμων τα
αὐλου ῥυθμον κατα πολεμιων χωρουντας . φασι δε και τους Πυθαγορειους , εἰ ποτε κινηθειεν αὐτοις τα παθη ἠ τινας
9999964 προστακτικα
, ἐξ ἀμφοιν δε παν διακριθεν εἰς τα συνεχη και προστακτικα των ὁλων σχισθηναι . Πιθανως δε και την νησον
ἐνεστωτος βραχειᾳ θελει παραληγεσθαι . τιθετω : τα εἰς θι προστακτικα τροπῃ του θι εἰς τω το τριτον ποιει .
9999963 ἀμεινονες
διοριζεται λεγων ὁτι Ἐν πολεμῳ , ἀγορῃ δε τ ' ἀμεινονες εἰσι και ἀλλοι . ἐχων οὐν ἐνεχυρον ὁ Ὀδυσσευς
' ἐπισταμενος σαφα εἰπειν : ἡμεις τοι πατερων μεγ ' ἀμεινονες εὐχομεθ ' εἰναι : ἡμεις και Θηβης ἑδος εἱλομεν
9999963 ἀνεβοησεν
θαλασσης παρετασσετο : γενομενος δε κατα ἀλσος βαθυ και συσκιον ἀνεβοησεν ἐξανιστασθαι τους ἐγκαθημενους . οἱ πολεμιοι φοβηθεντες ἐνεδραν μεγαλην
Φιλωτεραν ἀποκτεινας ὡρμησεν ἐπ ' αὐτην ὡπλισμενος . ἡ δε ἀνεβοησεν : ὁ μητροφοντης ἐπι φονῳ πρασσει φονον . τουτο
9999963 πεπονες
, κιναρα , και μαλλον ὁταν σκληροτερα γενηται , σικυοι πεπονες , μηλοπεπονες δ ' ἡττον . κολοκυνθη τουτων μεν
χυμον ψυχροι και ὑγροι ἱκανως τυγχανοντες και δυσπεπτοι . οἱ πεπονες δε ὡς πεπανσιν λαβοντες πολλῳ γ ' ἀμεινους :
9999963 χειρονες
πανυ με θραττει , πως ὡς κρειττονες παρακαλουμενοι ἐπιταττονται ὡς χειρονες : ἐγω δε σοι ἐρω την ὁλην περι των
ἐργων οὐ γνωμῃ διαφεροντες ἀλληλων οἱ μεν βελτιονες οἱ δε χειρονες εἰσιν , ἀλλα σαφως ἐπιμελειᾳ . ἁ γαρ και
9999962 εὐδαιμονως
ἠν δε εἰ συμβαλλονται τι τοις εὐδαιμονως ζησασι και τελευτησασιν εὐδαιμονως αἱ των ἐκγονων τυχαι προς το διαμενειν την εὐδαιμονιαν
προτιμωντες ἐν ἐλευθερᾳ τῃ πατριδι , εἰ και τα ἀλλα εὐδαιμονως δουλευειν παρειη . ἐπετραφη δε νεοτης και ἀλλαχου της
9999962 ὑφιστησι
χρυσεας κιονας ἐν τοις προθυροις , ἠτοι τῳ προοιμιῳ , ὑφιστησι . κιονας δε χρυσας ἐνταυθα νοει την του προοιμιου
του ἀλογου : ὁ γαρ θεος ἀθανατος ὠν και λογικος ὑφιστησι τα θνητα και ἀλογα , και ὁ ἀνθρωπος λογικος
9999962 παιδευμα
, ὡσπερ οὐν οἱ φυλακες οἱ λοιποι , και αὐτοις παιδευμα την φρουραν ἐχειν οὐ κατανυσταζουσι : διδασκονται γαρ τοι
, ἀναγκαζεσθαι δε μηδεν μηδε προσταττεσθαι πραγμα ἱερον και θεων παιδευμα και ἀνθρωπων σοφων ἐπιτηδευμα , μηδ ' ὑπο δουλειαν
9999962 Πυθαγορειος
, : ποσωι δε βελτιων Κελσου . . . ὁ Πυθαγορειος Νουμηνιος , ὁστις ἐν τωι πρωτωι Περι τἀγαθου λεγων
ἀν ἐφερε τῃ μεθοδῳ : ἐπει δε Πρωρος μεν ὁ Πυθαγορειος πολλα και σεμνα και θεοπρεπη περι ἑπταδος εἰπων οὐδεμιᾳ
9999962 δανεια
ἀμοιβης ὡραϊζονται μαλλον ἠ ὁσον ἀλλοι τυχοντες ἁβρυνονται . ποσοι δανεια δωρησαμενοι χαιρουσι πλεον των ἀπειληφοτων ὀφληματα . ποσοι ταις
των περι ταυτα δεινων ἐργασει ἐκ του οἰνου και τα δανεια τα σεαυτου ἀποπλυνεις . το δε ἀρα ἠν οὐ
9999962 δαιμονιοι
συγγενικων . Ξ ἀντισπαστικα ἡμιολια βʹ και ἑν μονομετρον . δαιμονιοι ] ἀθλιοι . δαιμονιοι ] δυστυχεις . θΞ ἀντιφονων
. και εἰπερ αἱ δυναμεις αἱ ἐν τῳ παντι αἱ δαιμονιοι ἠ αἱ θειαι ἐχουσι μερη του κοσμου περικειμενα αὐταις
9999962 τεσσαρακοστην
κυουσαις το παθος ὡς ἐπι το πολυ , περι την τεσσαρακοστην ἡμεραν μετα την της κυησεως ἀρχην . Ἐστι δε
των σπαργανων αὐτο δει λυειν . ἐνιοι μεν οὐν περι τεσσαρακοστην ἡμεραν τουτο ποιουσιν , οἱ πολλοι δε περι την
9999962 παρειλετο
ναυσιν ἀργυριου ταλαντα ἑξακοσια ἀπεσταλμενα εἰς Μακεδονιαν προς τους βασιλεις παρειλετο , φασκων ἑαυτῳ χρειαν ἐχειν προς τας των ξενων
τα ῥηματα κατηγορουντα του ἐπιθετικου εὐλογως την του ἀρθρου συνταξιν παρειλετο . Ἡ αὐτη συνταξις και ἐν προσηγορικοις και [
9999962 τετραπλασιοι
, παντως οἱ διαγωνιοι ἐσονται τετραπλασιοι , εἰ δε ἐκεινοι τετραπλασιοι , εὐθυς οὑτοι πενταπλασιοι , και τουτο μεχρις ἀει
οἱ ἐπι πλατος εἰεν τριπλασιοι , παντως οἱ διαγωνιοι ἐσονται τετραπλασιοι , εἰ δε ἐκεινοι τετραπλασιοι , εὐθυς οὑτοι πενταπλασιοι
9999962 δυσεντερια
και βατον και ἀψινθιον και παντων ὁμοιως στυπτικων . Αἱματηρα δυσεντερια λεγεται , ὁταν αἱμα καθαρον ᾐ το κενουμενον ,
ὀψει τα διαχωρουμενα . και καλειται το παθος τουτο ἡπατικη δυσεντερια . οἱ μεν οὐν πολλοι των ἰατρων ἐπειδαν θεασωνται
9999962 κατεσκευασαν
Ἀπολλον , ἐν τῃ ἐξοχωτατῃ Πυθωνι τον σον οἰκον θαυμαστον κατεσκευασαν . Ἀπολλον , οἱ τεον τε δομον : οἱ
πασαν την δεκατην , εὐωχιας ποιων συνεχεις και πολυδαπανους . κατεσκευασαν δε και Ῥωμαιοι τουτῳ τῳ θεῳ παρα τον Τιβεριν
9999962 συνειχετο
τοις ἀδικοις ἐναντιουται . ὁδοιπορος πολλην ὁδον διανυσας ἐπειδη κοπῳ συνειχετο , πεσων παρα τι φρεαρ ἐκοιματο . μελλοντος δε
. οὑτος ὡδε ἐκ Κροτωνος ἀπιγμενος Πολυκρατει ὡμιλησε . πατρι συνειχετο ἐν τηι Κροτωνι ὀργην χαλεπωι . τουτον ἐπειτε οὐκ
9999962 ἐπλεονεκτουν
τοις ἀποσταταις , ἐπει και τῳ πληθει και ταις δυσχωριαις ἐπλεονεκτουν ἐκεινοι , ἐτραπη συν τοις περι αὐτον , πολλων
και ἐς τον ποταμον αὐθις ἀπωσασθαι . και ἐκ τουτου ἐπλεονεκτουν ἠδη οἱ συν Ἀλεξανδρῳ τῃ τε ἀλλῃ ῥωμῃ και
9999962 ὑπερβαλλουσῃ
ὡστε παν εἰδεναι το στρατοπεδον . τουτου και οἱ ἑταιροι ὑπερβαλλουσῃ τροφῃ ἐχρησαντο . ὡν εἱς ὠν ὁ Ἁγνων χρυσους
κατηγορειτο πορνοβοσκος ὠν ἑταιρας : ἀλλοι δε , ἐπι των ὑπερβαλλουσῃ πονηριᾳ χρωμενων . Ζευς κατειδε χρονιος εἰς τας διφθερας
9999962 ὀλιγαις
ἀναγωγην , ἐπιβας μετα των ἰδιων , εὐπλοιᾳ χρησαμενος , ὀλιγαις ὑστερον ἡμεραις ἀνεπιφατως και ἀφωρατως καταγεται , κελευσας τοις
ἀφροδισιων τε χρησεσι γεγενημενην ὀλιγαις μεν ταις ξηραις ἀνατριψεσιν , ὀλιγαις δ ' ἐφεξης αὐτων ταις συν ἐλαιῳ τινι των
9999962 ἀπαγωγης
٨ ٣ ٤٠ ٥٩ ١٢ ٣٠ Ἐκ της εἰς ἀτοπον ἀπαγωγης . Ἡ ΒΑ ٣ ٤٩ ٤٢ ἡ ΒΓ ١
: εἰ βουλει δε , και ἐκ της εἰς ἀτοπον ἀπαγωγης : εἰ γαρ μη του Ἑρμογενους το παρον βιβλιον
9999962 ἰσχυροτατην
διαπεφωνηται και των ζητουμενων ἐστι πραγματων . οἱον Ἐπικουρος δοκει ἰσχυροτατην τεθεικεναι ἀποδειξιν εἰς το εἰναι κενον τοιαυτην : ”
δε ἀλλως ἐπεχει προσωπου . των δ ' αὐ ἐξεταζομενων ἰσχυροτατην μεν ἐχει δυναμιν τα ὡρισμενα και κυρια , οἱον
9999962 εὐγνωμονως
ἠ κολαζειν τινας ἀπεστη , μεταβαλομενος δ ' εἰς τοὐναντιον εὐγνωμονως τοις πληθεσι προσεφερετο και πολλους μεν εὐεργετων , οὐκ
αἰτιον της δημιουργιας γεγονεναι . Διδακτεον οὐν αὐτους , εἰ εὐγνωμονως ἀνεχοιντο , τις ἡ φυσις τουτων , ὡς αὐτους
9999962 τυγχανων
κατα ἀλκην σωματος και θυμου τραχυτητα φλογοειδης ἠν , δευτεραγωνιστης τυγχανων Βαυδωνος . ἀλλως τε ἠν και προς σωφροσυνην πεπηγως
ἀρχας των Ἰχθυων , ὁπου κατα το περιγειον του ἐπικυκλου τυγχανων ὁ της Ἀφροδιτης ἀστηρ βορειοτερος ἐστιν του δια μεσων
9999962 ἐπολεμησεν
θαλασσιᾳ σεριφῳ νησῳ και τοις ἐν αὐτῃ λαοις : ἀϋσεν ἐπολεμησεν . ἀπο της ἀϋτης . [ . ] Ἠτοι
: ὁ μεντοι Τισσαφερνης το τε Κυρειον στρατευμα καταλογιζομενος ὡς ἐπολεμησεν αὐτοις και τουτῳ παντας νομιζων ὁμοιους εἰναι τους Ἑλληνας
9999961 παιδες
ἠ Ἀρτεμιδες . Και παλιν τῳ αὐτῳ γινονται ἀπο Ῥεας παιδες ἑπτα , ὡν ὁ νεωτατος ἁμα τῃ γενεσει ἀφιερωθη
μηδε γηρασας ματαιοτερας τας φρενας ἐκτησαμην , Ἐρωτι , ὠ παιδες κατεσπεισθε και Ἐρωτι ὑμων μελει . Πανυ ἐτερφθησαν ὡσπερ
9999961 ἀκροτατης
δειν καρπον ἑτερον ἀπο των τοιουτων θεωρηματων , ἁ της ἀκροτατης ἀληθειας κεκοινωνηκε : και φιλοθεαμονα ὀντα τας τοιαυτας των
πολιτειας τυραννις καθισταται ἠ ἐκ δημοκρατιας , ἐξ οἰμαι της ἀκροτατης ἐλευθεριας δουλεια πλειστη τε και ἀγριωτατη . Ἐχει γαρ
9999961 κατεσκευασμενα
, ἐχειν δε οἰκιας καλας και τα ἀλλα παντα θαυμαστως κατεσκευασμενα : και γαρ αὐ τα των τεχνων ἐργα δωρα
παντοδαπα φιλοτεχνως τοις τε χρωμασι και τοις των τυπων ἀπομιμημασι κατεσκευασμενα : το δ ' ὁλον ἐπεποιητο κυνηγιον παντοιων θηριων
9999961 ἀπαγγελιας
και τα δημηγορικα . τον αὐτον δε τροπον και τας ἀπαγγελιας συναψομεν τῳ προοιμιῳ ἠ παρα τα μερη πιστας και
μεν ἱστοριαν παραδιδωσι , το δε ὑπτιον και ἀνειμενον της ἀπαγγελιας σοι οὐκ ἐπιτηδειον . . Π . ἰδ .
9999961 ἐξελαυνει
. Κτησιας ἐν α Περσικων : ἡ δε Σεμιραμις ἐντευθεν ἐξελαυνει αὐτη τε και ἡ στρατια , και ἀφικνειται εἰς
Τιγριδι ποταμῳ . Ἀρριανος δεκατῳ : και βασιλευς δ ' ἐξελαυνει ἐκ Σελευκειας οὐ προσω του Τιγριδος ἐς κωμην ᾑτινι
9999961 ἀναγκα
και διαγωγαν καταρχα ὑβριος και ὀλεθρω ῥιζουται τοις ἀνθρωποις . ἀναγκα γαρ τως πολλα ἐχοντας τετυφωσθαι πρατον , τετυφωμε -
, ἀλλα ὁ τις ἀνθρωπος ἐπιδεχεται . και γαρ ποιον ἀναγκα και παλιν ποσον και ποτι τι πως ἐχεν τον
9999961 ἐδυναντο
συγκρισιν των ἑκατον ἐτων . * ὑβριν γαρ ἀτασθαλον οὐκ ἐδυναντο ἀλληλων ἀπεχειν : ταυτα ἑπομενα ἐστι ταις ῥᾳθυμοις ζωαις
και τοσουτον ὁσον ἀν αἱ παραλλαξεις της σεληνης διαφορον ἀπεργασασθαι ἐδυναντο των φαινομενων της σεληνης τοπων προς τας ἀκριβεις αὐτης
9999961 σπουδας
φρονουντων τα των πολλων ἀνθρωπων ἰδων ἐργα και τας ὑπερβαλλουσας σπουδας , αἱς ἠ προς ἀργυρισμον ἠ δοξαν ἠ την
ὡρισμενης ὡρας ἡκουσης . ἰδοις δ ' ἀν και τας σπουδας τας περι τινα μεχρι των ὑπνων ἐπακολουθουσας : ὁ
9999961 θερμασια
ἠγουν το οὐρανιον πυρ : διο και καυμα ἡ θερινη θερμασια . Παρα το λαβ : λαβ δε το δια
πυρετου και ἀναλυομενης , εἰς ἐλαιου συστασιν και χροιαν ἡ θερμασια μεταβαλλει : διοτι δε ταυτα ἡ πιμελη οὐκ ἀθροως
9999961 θεραπευουσι
, ἱνα μητε φθειρ μητε ἀλλο μυσαρον μηδεν ἐγγινηται σφι θεραπευουσι τους θεους . Ἐσθητα δε φορεουσι οἱ ἱρεες λινεην
κυουσαν βουν , τεκουσαν δε ἀρα αὐτην οἱα δηπου λεχω θεραπευουσι . το δε ἀρτιγενες βρεφος καταθυουσιν ὑποδησαντες κοθορνους .
9999961 Νικανδρος
ἐμφαγειν : ἀρτον γαρ τις τυρωντα τοις παιδιοις ἰαλε . Νικανδρος δ ' ὁ Κολοφωνιος ἐν ταις Γλωσσαις τον ἀζυμον
Ὠλος τ ' Εὐρυβατος τε , δυω βαρυδαιμονες ἀνδρες . Νικανδρος : ἀγινευν Ὠλον τ ' Εὐρυβατον τε πανουργοτατον .
9999961 γραμμην
εἰκονες ταις ἀρχαις προτεινονται των μαθηματων . ὁταν γαρ την γραμμην ὑπο των σημειων περατουσθαι λεγει , δηλος ἐστιν αὐτην
ἀλλα δηλον , ὁτι τον λογον της γραμμης τον οὐσιωδη γραμμην ᾠετο χρηναι καλειν . ἀμελει των θειων ἀνδρων ἐκεινων
9999961 παραφροσυνη
νοσειν με κατα σε κριτην , ἐαν νοσημα ἐστι και παραφροσυνη και μανια το μισειν τους ἐμους ἐχθρους . .
, ἐμετος , και λειποψυχιη γινεται . Ἐπι αἱματος ῥυσει παραφροσυνη ἠ σπασμος , κακον . Ἐπι εἰλεῳ ἐμετος ,
9999961 ξεν
τι δρασεις ; ἡδεως ἠμυστισα . λαβ ' , ὠ ξεν ' , αὐτος οἰνοχοος τε μοι γενου . γιγνωσκεται
ἡμερα [ ] εοι σφαλλει μια : [ ὠ ] ξεν ' , ἠδικηκε σε [ ἐχθρος ] : οἱ
9999961 διπλασιονες
. και ἐπει αἱ ΞΛ , ΛΝ ἰσαι εἰσιν , διπλασιονες ἀρα εἰσι της ΛΝ , ὡστε ἡ ΞΝ της
ἐκ τριων μακρων , μολοττος . Τετρασυλλαβοι δε οἱ τουτων διπλασιονες ιϚʹ , ὡν τετραχρονος εἱς , ἐκ τεσσαρων βραχειων
9999961 τειχισαι
εὐβατου τε γαρ οὐσης ἐτι και εὐεπιδρομου τοις σοφισταις , τειχισαι τε Ἀριστοτελη και περιφραξασθαι πανταχοθεν και ἀποκλεισαι τας ἐπιβουλας
. Δημοσθενης δε στρατευσας ἐπι Πυλον ἐπεβαλετο τουτο το χωριον τειχισαι κατα της Πελοποννησου : ἐστι γαρ ὀχυρον τε διαφεροντως
9999961 τεταρτα
το ἀπο ΑΒ προς το ἀπο ΓΔ : και τα τεταρτα , τουτεστι το ἀπο ΗΑ προς το ἀπο ΗΓ
ἐνατων κατα την των περισσων προβασιν : τα γαρ β τεταρτα λογου χαριν παλιν ἡμισυ ἐστι και τα β ἑκτα
9999961 γενεσεσι
δε και τουτο , ταις μεν εὐτυχεσι και ἐν ὑπεροχαις γενεσεσι τα κακα μετρια γινεσθαι ὡσπερ ἐπι πολυ τα ἀγαθα
ἐννοηματα ἀναγκαζοι . Ἐχομενος δε σοι τουτου ὁ ἐπι ταις γενεσεσι των παιδων λεγομενος λογος : ὁν και αὐτον τελειν
9999961 θαυμαζειν
και τῃ κινησει διαδεικνυσθαι , ὡστε τῃ ποικιλιᾳ των ἐξω θαυμαζειν τας περι των ἐνδον νοησεις : οἱονει τις ζωγραφος
την των ἁρμονιων ἀκριβειαν . ὁ δε μαλιστα των ἀλλων θαυμαζειν ἀξιον , ῥυθμος οὐδεις των μακρων οἱ φυσιν ἐχουσιν
9999961 κατεβαινε
καταλογον ἐποιειτο των αὑτῳ βεβλημενων ἀπο του Διος ἀριθμησας και κατεβαινε λεγων , ὡς οὐπωποτε οὑτως ἐπαφροδιτον ἀνεδησατο ἀθλον :
ἀπολαυσιν τροφης και ἡμεραις ὑστερον , ὡς ἐλεχθη , τεσσαρακοντα κατεβαινε πολυ καλλιων την ὀψιν ἠ ὁτε ἀνῃει , ὡς
9999961 ἱκετευσας
ἱκετας μεγιστον γιγνεται ἁμαρτημα ἑκαστοις : μεθ ' οὑ γαρ ἱκετευσας μαρτυρος ὁ ἱκετης θεου ἐτυχεν ὁμολογιων , φυλαξ διαφερων
, φρουρειν τοις οἰκεταις παρακελευσαμενος : ἑωθεν δε εἰσερχεται πολλα ἱκετευσας . και παρελθων ἐπι πολυ μεν ἐζητει τον Ἀντιφιλον
9999961 δαμασθεις
ἐβοηθει τοις Περσαις τα τοξα . πας δε στρατος ἀπωλλυτο δαμασθεις ἐν προσβολαις ναϊοις και δια νηων γινομεναις , ἠτοι
ὀφρα τα μεν τ ' ἐρυγῃσι τα δ ' ἑψητοισι δαμασθεις ἀλθησῃ ὑδατεσσιν ὁτ ' ἰκμηνῃ δεμας ἱδρως . και
9999961 ἰστωσαν
χαριν αἰτιας ἐβουληθη συμπαν διαφθειραι το γενος . ἀλλ ' ἰστωσαν ὁτι ταυτα δοξαζοντες ἐπελαφριζουσι και ἐπικουφιζουσι τα των παλαιων
δε ἐγκαλουσιν ὡς ἐν ἱερῳ τοπῳ ἐκτεθεντος του παιδος , ἰστωσαν ὁτι και Ἀθηναι ἱεραι μεν λεγονται της Ἀθηνας ,
9999961 ἀσθενεστεροι
, οἱ μεν ἀγαθοποιοι τους ἐνιαυσιους χρονους λαβοντες ἠ ἐπεμβαντες ἀσθενεστεροι εἰς το εὐεργετειν γενησονται , παραχωρησουσι δε τοις κακοποιοις
, ᾡ μονῳ προσεστι το εἰναι . ἐαν δ ' ἀσθενεστεροι τας φυσεις ὀντες ἐπιζητωσι προσρησιν , δηλωσον αὐτοις μη
9999961 ὀποπανακος
βʹ : ὀρτυγος ταριχηρου της σαρκος δραχ . βʹ : ὀποπανακος δραχ . αʹ . ἀναλαμβανε τριψας γλοιῳ , και
λιβανου , ἀνα οὐγγιας η . κηρου οὐγγιας δ . ὀποπανακος , χαλβανης , ἰου , ἀνα οὐγγιαν μιαν ,
9999961 ὀξυτατην
Καλλιμαχος δε το αὐτο τουτο λεγει . . ἀρχομενοι μανιην ὀξυτατην ἐχομεν , τουτου χαριν ἀπο των δυσχερεστερων πρωτον ἠρξατο
; ταυτα γαρ συνεσεως μεν και περιττης ἀκριβειας ἠκονημενης εἰς ὀξυτατην ἀγχινοιαν ἐναργη δειγματ ' ἐστιν , ὀνησιν δε οὐδεμιαν
9999961 Πυθαγορειοις
κεχωρισμενος και καθ ' αὑτο ὑπαρχων , ὡς ἐδοκει τοις Πυθαγορειοις τε και Πλατωνι , εἰ μη εἰη το ἑν
, ἐπειδη διαφερουσιν ἀλληλων . ὡστε ἐνταυθα φαινεται ἑπομενος τοις Πυθαγορειοις και τῳ Πλατωνι : κἀκεινοι γαρ φασιν ὁτι ἑτερος
9999961 ἐκρατουν
ὁμως δε ὡς οἱ μεν περι τον Κλεομβροτον το πρωτον ἐκρατουν τῃ μαχῃ σαφει τουτῳ τεκμηριῳ γνοιη τις ἀν :
πολεμου . ᾐσαν ἐς χειρας : συνεπλακησαν . ἐπειχον : ἐκρατουν . οὑτοι δε ἐν τῳ εὐωνυμῳ μαλλον : οἱ
9999961 παραδειγμα
τῳ χρωμενῳ μοχθηροις ὀργανοις και ὑποκειμενοις . Το του στρατοπεδου παραδειγμα ὡς ἐν ταξει ὀργανου παρελαβεν , τα δε σκυτη
εἰναι ἰδεᾳ ἐν τῳ παραδειγμα εἰναι τι , το δε παραδειγμα προς τι : τινος γαρ το παραδειγμα . ἐτι
9999961 ἐσπουδακοτας
συνεπεσεν ἐρις , ὁς ἀναβησεται πρωτος . ἐδοξεν ἀν τις ἐσπουδακοτας ἰδων οὐ προς ἀγωνα και κινδυνον αὐτους ἀναβαινειν ,
Ἀδαμ „ , τους γηϊνους ἁπαντας τροπους οὐρανιον οὐδεν ἀγαθον ἐσπουδακοτας ἰδειν ἠλασεν , ἀοικους και ἀπολιδας και σποραδας ὀντως
9999961 ἐλαττονες
πηχων ἑκκαιδεκα , καταργυρος ὠν ὁλος , οἱ δε τρεις ἐλαττονες ὀντες διαλιθοι κατα μεσον ὑπηρχον . Μετα τουτους ἐφεροντο
τῃ κατεψυγμενῃ ζωνῃ . Ἀναπαλιν δε τοις προς μεσημβριαν οἰκουσιν ἐλαττονες ἀει μαλλον και ἐλαττονες αἱ ἡμεραι γινονται . Παρ
9999961 ἀφθαρτοι
ἀφθαρτοι , προδηλον : εἰ δε και αἱ των φθαρτων ἀφθαρτοι , λογου δειται : εἰτε γαρ [ αἱ ]
το σαρκιον . τουτο δε οὐκ οἰδα προσομολογουμενον Ἀναξαγορᾳ : ἀφθαρτοι γαρ κατ ' αὐτον αἱ ἀρχαι . εἰ δη
9999961 σατραπας
ἀλλην ὑποδοχην μεγαλοπρεπη παρασκευασαντες και ὑπισχνουμενοι βασιλεας τε ποιησειν και σατραπας . ἐνιοι δε και ἀπηγον ἡμας εἰς τας πατριδας
ἀνθρωποις , λεγω δε τας ὠνομασμενας ἀρχας , στρατηγους ἠ σατραπας ἠ βασιλεας καθισταμενους : πλειστα δε και μεγιστα ἀπολαυσαντας
9999961 θεραπευει
χοιραδας , παρωτιδας , φυματα τραχηλου , βουβωνας καταπλασσομενη : θεραπευει τας αἱμορροιδας ὁ χυλος αὐτης , μετα νιτρου και
ἀδοξειν γαρ εἰωθαμεν ἐπι τοις ἀγροικοις . ἐπειτα δε κἀκεινο θεραπευει τῃ ἀντιθεσει , το ὑποτεταχθαι αὐτον τῃ γυναικι :
9999961 μικρολογιαν
και χρυσον πλειστον . μονοσιτειν τε αὐτους ἀει λεγει δια μικρολογιαν , ἐσθητας τε φορειν πολυτελεστατας „ . ] Ἰβυλλα
ἠ δυσφορουντες ἀπιασιν ἠ διαβαλλοντες το δειπνον ἠ ὑβριν ἠ μικρολογιαν ἐγκαλουντες . πληρεις δε αὐτων ἐμουντων οἱ στενωποι και
9999960 παρελιπεν
Πυθαγορου και Τιμων ἐν τοις Σιλλοις δακνων αὐτον ὁμως οὐ παρελιπεν , εἰπων οὑτως : Πυθαγορην τε γοητας ἀποκλινοντ '
ἀνομοια ὡς ἑνα ὁρισμον ἐπιδεχομενα τον της ἀνομοιοτητος . κἀν παρελιπεν ὁ Ἀριστοτελης την διαιρεσιν κατα την ταξιν των γενικωτατων
9999960 ἀγομενῃ
διαστηματι δε τῃ ἀπο της κορυφης ἐπι την βασιν καθετῳ ἀγομενῃ περιφερειαι γραφεισαι τεμνετωσαν ἀλληλας : και αἱ ἀπο της
ἐπιπεδον [ ὁμοιως δη και τῃ ἀπο του Ι καθετῳ ἀγομενῃ ἐπι το του ΑΒΓ κυκλου ἐπιπεδον ] . ἡ
9999960 συνεγραψαν
και ] ἰδιωτῃ και οὐ δεομενα μαθηματικης σημειωσεως , ὡστε συνεγραψαν ἀν πολλοι και των παλαιων των τα Περσικα ἱστορουντων
των ἱστοριων ἀναλεξαμενος , ἁς οἱ προς αὐτων ἐπαινουμενοι Ῥωμαιων συνεγραψαν Πορκιος τε Κατων και Φαβιος Μαξιμος και Οὐαλεριος ὁ
9999960 παραγγελμασι
οὐδε την ῥητορικην ὑποληπτεον ἐχειν τεχνικην ὑποστασιν , ἐπι τοιουτοις παραγγελμασι σαλευουσαν . ἀμελει γε τοι και οἱ περι Κριτολαον
μεντοι μη παυσηται πλεοναζων , ἀπειθῃ δε και τοις σοις παραγγελμασι και τοις ἐμοις λογοις , μη ἀγνοησῃς ὁτι και
9999960 φοβηθηναι
παν μεν ποιησειν , παν δε πεισεσθαι ὑπερ νικης , φοβηθηναι δε ἑν μονον , την ἐκ του μη φυλαξαι
λιαν ὀργιλως ἐλαλησεν , ὡστε με συγχυθηναι και λιαν αὐτον φοβηθηναι : ἡ μορφη γαρ αὐτου ἠλλοιωθη , ὡστε μη
9999960 προσεταχθη
λογῳ οὐ πανυ ῥᾳδιον . ἑτερον τοινυν λουτρον ἐν Σμυρνῃ προσεταχθη χειμωνος ἱσταμενου , ἐδει δε πορευθεντα προς τας πηγας
ὡς ἐπιτηδειοτερον δικαστηριοις και δικαις . ἀποθανοντος δε του βασιλεως προσεταχθη μεν τις αὐτῳ νησος , λαβων δε ἐν τῃ
9999960 σφοδροτερα
. ἁμα δε και δια το ὀξεις οἱ μελαγχολικοι εἰναι σφοδροτερα ἐχουσι τα παθη : το δε ὑπο μειζονος ἡττηθηναι
παρ ' ὑμιν οὐκ οὐσα οὐκ ἠν ἀρετη , ἀλλα σφοδροτερα κακα ἀπελαυνουσα ὑμων ; ποια ἀττα ; εἰπεν .
9999960 διεστησεν
, ὁτι πολυς ἀηρ ἀθροισθεις ἀθροως ἀνω διεξιων ἐξεμοχλευσεν και διεστησεν το στομα . ταυτῃ γαρ εὐδιεξοδος ἐστιν . ὡσπερ
ἡμεις ἐρωτωμεν τους παιδας . ποτερα περι μετρων : καλως διεστησεν . οὐ γαρ εἰ τι μετρον ἐστιν , ἠδη
9999960 θεραπειης
το οὐλον σωμα θεραπευειν παντα , ὁκοιης ἀν δοκεῃ δεεσθαι θεραπειης , ἠν τε σοι δοκεῃ ἐξ ἁπαντος του σωματος
δε χρη παρα τον ἀνδρα , ὁταν τα ὑπο της θεραπειης καλως ἐχῃ , ληγοντων ἠ ἀρχομενων των ἐπιμηνιων :
9999960 Κλεαρχον
ἁρπαζειν , ὑβριζειν , τιτρωσκειν . ἀγανακτουντες οἱ πολιται παρεκαλεσαν Κλεαρχον βοηθειν : ὁ δε οὐκ ἀλλως ἐφη δυνατον εἰναι
οὐδεν ἡττον ἐτρωσεν αὐτον . Τισσαφερνης οὐκ ὠμοσε τοις περι Κλεαρχον ; τι δε ; ὁ βασιλευς οὐχι και τους
9999960 παρεργῳ
δε λεγει των κατα τον ταφον θυσιων : ὡς ἐν παρεργῳ δε τον κατα Ὀρεστου λογον ποιειται . και το
και ὁν νυν ἐγειρομεν πληθει ἀμηχανον , εἰτε τις ἐν παρεργῳ σκεψεται , ἀναξι ' ἀν παθοι , εἰτε ἱκανως
9999960 κατειχε
αἱ ψυχαι : και περιλαβοντες ἀλληλους εἰς γην κατηνεχθησαν : κατειχε δε αὐτους πολλα ἁμα παθη , ἡδονη , λυπη
ἀπο μετωπου και κεφαλης : και τα περι την φαρυγγα κατειχε , μαλακωτερον δε , ἐς το στηθος της ὀδυνης
9999960 χαλκεας
Βυζαντιων . χαλκευειν δε και το σιδηρευειν ἐλεγον , και χαλκεας τους τον σιδηρον ἐργαζομενους . σιδηριτιν δε τεχνην ἐν
τους δια πυρος ἐργαζομενους ποιει οἱον μαγειρους , χωνευτας , χαλκεας , χωρις δε του Ἡλιου τους δια σιδηρου οἱον

Back