παραγωγον ὀρουω , και περισπωμενον ὀρω . αὐτικα δ ' ἀμμι παρ ' αὐτοθι νεικος ὀρειται . Ὀρφνη . παρα
μηλα θεαων οἰχετ ' ἀειραμενος , στυγερον δ ' ἀχος ἀμμι λελειπται . ἠλυθε γαρ χθιζος τις ἀνηρ ὀλοωτατος ὑβριν
9999648 αἰφνιδιῳ
γαρ [ οὐχ ] οὑτω , δεησει πλεονασμῳ της θαλαττης αἰφνιδιῳ γενομενῳ την ἐπικλυσιν συμβαινειν , καθαπερ ἐν ταις ἀναβασεσι
ὡς ἐπι πολυ το ἡττον ἐχειν , αἱ δε τῳ αἰφνιδιῳ και παρ ' ἐλπιδα χωρησαντι * λογισμῳ τε ἀσφαλει
9999624 βιαιῳ
και της ψυχης ἑκαστου των πολιτων , και τοις μεν βιαιῳ θανατῳ τετελευτηκοσι βοηθησαι , τους δε παρανομον τι των
ὡς νομιμως και σφοδρ ' ἀνθρωπινως κειται . ἐαν τις βιαιῳ θανατῳ ἀποθανῃ , φησιν . πρωτον μεν δη τουτο
9999619 Αἰολιδα
αὑτη γαρ ἐστι , φησιν ὁ Ἡρακλειδης , ἡν ἐκαλουν Αἰολιδα , ὡς και Λασος ὁ Ἑρμιονευς ἐν τῳ εἰς
. . . [ ] γονασα ? ? [ [ Αἰολιδα ] ? [ [ ] ιπ ? ? [
9999599 ἀσπιδα
μενειν , ἀλλ ' ἠ συν αὐτῳ σε κρατειν την ἀσπιδα και γην μολυνειν αἱμασιν των βαρβαρων . Ἐπει δε
δοσις : και ὀργισθεις ἐτυψε τινα και φοβηθεις ἐρριψε την ἀσπιδα , παθος ἡ ὀργη και ὁ φοβος , πραξις
9999597 Εὐπολιδι
ὡς δωριζω , ἀφ ' οὑ το ἐντεθετταλισμεθα παρα τῳ Εὐπολιδι ἐν Μαρικᾳ , τουτεστι χλαμυδα Θετταλικην φορουμεν . Θετταλικον
χειρος εἰσιοντων προς τῃ Νεμεᾳ ἑστηκεν ἐπιδεξια , παρα δε Εὐπολιδι προποσεως σχημα ὁταν δε δη πινωσι την ἐπιδεξια .
9999595 ἐγραψε
δικαστας , ὁρους και κανονας αὐτοις ταξας , οὑς αὐτος ἐγραψε νομους . ἐπει δ ' αὐτῳ τα ἐν τῃ
ἀνανεουσθαι , εἰ τοτ ' ἠξιωσε τυχειν τουτων και τις ἐγραψε των ἀφεθεντων ὑπ ' αὐτου , ἐαν τις ἀποκτεινῃ
9999593 φημι
Σικελιαν , παρεγενομην ἀν το βαθυτατον πελαγος διαπερασας , και φημι οὐρανιου ἀστερος λαμπροτερον και ἐπιφανεστερον ἀγειν φως την τε
ἐκ δε του νομου σκοπων εὑρισκω πολυ τουτου κεχωρισμενον . φημι τοινυν ἐγω καλλιον εἰναι τουτον ὑμιν ἀκολουθησαι περι του
9999589 ἐκλεψε
φιλονικιαν ὑπο νεου ὀντος ἐμου ἐγραφη , και τις αὐτο ἐκλεψε γραφεν , ὡστε οὐδε βουλευσασθαι ἐξεγενετο εἰτ ' ἐξοιστεον
του μαινομενου , ἱνα μη ἑαυτον ὁ μαινομενος ἀποσφαξῃ , ἐκλεψε μεν , κλεπτης δε οὐκ ἐστι : και ὁ
9999587 βαθοϲ
αἱ ἑλμινθεϲ ὑποβιβαζοιντο κατω . εἰ δε ϲαπειϲαι κατα το βαθοϲ μη ἐκκρινοιντο , ἀλλα μαλλον ἀναθυμιαϲειϲ ἐργαζοιντο , δει
και την ἐν τῳ βαθει ὑλην ἐφελκεται και ἐμψυχει το βαθοϲ και πολλακιϲ ἱδρωταϲ ἠνεγκεν ἐξατμιϲαι το πολυ των δριμεων
9999573 ἐγραψα
λογῳ και τῳ γραφω το γραφειν παρακεισεται , τῳ τε ἐγραψα το γραψαι . . Ἀλλ ' ἐστιν γε προς
δεκαπλασιον . ταυτ ' ἐγω οὐχι δεδοικως σου τας ἀπειλας ἐγραψα , ἀλλ ' οὐ βουλομενος σε δι ' ἐμε
9999557 ἀμιδα
ἀπωθεισθαι προσποιουμενων , ἁ μηδεις αὐτοις διδωσι . Σιτιον εἰς ἀμιδα μη ἐμβαλλειν : ἐπισημαινει γαρ ὁτι εἰς πονηραν ψυχην
' ὁλην διακονειν . το μισθαριον γαρ ἀν ἀπαιτῃς , ἀμιδα μοι ἐνεγκε πρωτον φησιν . ὀξος ἡ φακη οὐκ
9999552 ἠελιοιο
εἰσι , παλιν δ ' , ἀγκωνας ἑλιξας , ἀντην ἠελιοιο μεσην Βαβυλωνα περησας , Περσιδος εἰς ἁλος οἰδμα θοην
αἰψα δ ' ἰαινετο κηρος , ἐπει κελετο μεγαλη ἰς ἠελιοιο . οὐ παντως δε , εἰ τι ἰαινεται ,
9999552 ὀξυμελιτοϲ
μετ ' ἀψινθιου διδοναι και ὑϲϲωπον γληχωνα πηγανον μετ ' ὀξυμελιτοϲ και ἁλων . ἐπειτα και καϲτοριῳ την κεφαλην ἐπιχριειν
ἡ τεφρα των χαλκειων καταπλαττομενη ϲυν ὠμῃ λυϲει δι ' ὀξυμελιτοϲ , και ὁ του κενταυριου χυλοϲ ἐξωθεν ἐπιτιθεμενοϲ και
9999548 κωμῳδιᾳ
κακοσκελης , και σκελις ἡ νυν καλουμενη περνα ἐν τῃ κωμῳδιᾳ , και παρα Πλατωνι ἀσκελες και ἀπουν : ταχα
, ἀλλ ' ἐς ἀκρατον και ἑταιρους οἱους παρασχειν και κωμῳδιᾳ λογον , οἱον παρεσχον λογον οἱ Καλλιαν ποτε τον
9999543 κολπωι
βρονταιαι , πυροεσσαι , ἐριβρομοι , ὑγροκελευθοι , ἀερος ἐν κολπωι παταγον φρικωδη ἐχουσαι , πνευμασιν ἀντισπαστοι ἐπιδρομαδην παταγευσαι ,
Ἑλληνων ἀνεστησαν , και ἐπι Σπινητι ποταμωι ἐν τωι Ἰονιωι κολπωι τας νηας καταλιποντες Κροτωνα πολιν ἐν μεσογειωι εἱλον ,
9999542 γνωμῃ
τιμης ἀφαιρειν ἐδοκει , και ταυτα της καλλιονος μοιρας ἠν γνωμῃ θεων . ὁτε γουν ἀφῃρεθης την του βαδιζειν ὁποι
τε γελωτα . τοιαυτη δε ποσις σωματι τ ' ὠφελιμος γνωμῃ τε κτησει τε : καλως δ ' εἰς ἐργ
9999541 κραδιη
ἡσυχος ἀνστρεφεται και μειλιχος ἀνθρωποισι , του δε σιδηρεη μεν κραδιη , χαλκεον δε οἱ ἠτορ νηλεες ἐν στηθεσσιν :
ἀλλα και ὑπο τηϲ πνιγοϲ ξυνδιωκομενοι ἀμαυρουνται : θωρηξ και κραδιη φλεγεται : ποθη ψυχρου ἠεροϲ : εἰϲπνεουϲι δε ϲμικρον
9999539 πυξιδα
μισγε γλυκεος Κρητικου παλαιου , και συλλεανας ὑγρον ἀνελου εἰς πυξιδα κεραμιαιαν και ὑπαλειφε . Ὁταν ἡ κορη τῳ μεν
θυειας τριβε εὐτονως , και ἐξιπωσας ἀνελου το ἀπορρεον εἰς πυξιδα ἐρυθρου χαλκου : τουτο γαρ ἐστιν ὡσπερει ἀνθος λεπιδος
9999538 ἐδωκε
, ἀλλ ' αὐτου τερποιτο μενων : μεγα γαρ οἱ ἐδωκε Ζευς ἀφενος , ναιεν δ ' ὁ γ '
ἐδωκε τα ὀργανα ἠ ἀμφω . Ἀλλ ' εἰ μεν ἐδωκε και τας αἰσθησεις , οὐκ ἠσαν αἰσθητικαι προτερον ψυχαι
9999535 ἑνοϲ
πτυαδεϲ αἱ μεγιϲται πηχων δυο , αἱ δε χελιδονιαι πηχεωϲ ἑνοϲ , κατα δε χροαν των χελιδονιων εἰϲιν ὁμοιαι ,
και [ ψογοϲ ] ? : κρεαιδια δυ ' ἐξ ἑνοϲ ποιουϲι και χορδηϲ τομουϲ ἐκ του ] ? μεϲου
9999532 σκληρη
γινεται , ἐξ εὐχροου δε πελιδνη , ἐκ μαλθακης δε σκληρη , ἐξ εὐκαμπτου δε ἀκαμπτος , ὡστε ταχεως ἀποπνιγεσθαι
τῃ κοπρῳ αἱματωδεα και ἰωδεα ὑπερχεται , ἡ δε γαστηρ σκληρη , και ὁ σπλην καθα λιθος ἐστιν . Οὑτος
9999530 γαμῳ
πολλα βουλευομενοις παραμυθησασθαι τον χρησμον ὡς οἱον τε και συζευξαι γαμῳ τους παιδας , ὡς τουτο και του θεου βουλομενου
σου ὀντος ἡ φιλονικια των παρθενων των ἐπιδοξαζομενων τῳ σῳ γαμῳ ἀπωλετο : ἁμιλλα κοραις : φιλονικια ἐναντιωσις ἑνεκεν των
9999528 Πυθαγορᾳ
ἀνατιθεναι τα συγγραμματα ἑαυτου : ἐν μεν τῳ Φαιδρῳ τῳ Πυθαγορᾳ , ἐν δε τῳ Χαρμιδῃ Ζαμολξιδι σοφῳ τινι ,
παντος σφαιραν . Πλατων δε συμφερεται και ἐν τουτοις τῳ Πυθαγορᾳ . Παρμενιδης στεφανους εἰναι πεπλεγμενους προς ἀλληλους τον μεν
9999528 Περσικῃ
το ἐθνικον Ἐλπιανος . Ἐλυμαια , χωρα Ἀσσυριων προς τῃ Περσικῃ , της Σουσιδος ἐγγυς . οἱ οἰκουντες Ἐλυμαιοι .
τον χαλκηρη στολον , ἠτοι το ἐμβολον , ἐν νηϊ Περσικῃ δηλονοτι . στολος δε λεγεται το ἐμβολον παρα το
9999527 δωκε
δ ' Ἀθηναιη πεπνυμενῳ ἀνδρι δικαιῳ , οὑνεκα οἱ προτερῃ δωκε χρυσειον ἀλεισον : αὐτικα δ ' εὐχετο πολλα Ποσειδαωνι
συνωνυμιαν κλιμαξ , ὡς ἐχει το Ὁμηρικον , Ἡφαιστος μεν δωκε Διϊ Κρονιωνι ἀνακτι : αὐταρ ἀρα Ζευς δωκε διακτορῳ
9999527 ἐβοησε
του λαου , ἐκτελεσαι βουλομενος την οἰκονομιαν αὐτου . Τοτε ἐβοησε ὁ λιθος , λεγων : Ὠ μωροι υἱοι Ἰσραηλ
Το δ ' οὐν δευτερον Ἀντωνιου ἐπιτιθεντος , ὁ δημος ἐβοησε Χαιρε βασιλευ της ἑαυτου γλωττης . Ὁ δε οὐ
9999526 σπασμῳ
. το δε “ σκορδινωμαι ” ἀντι του κλωμαι και σπασμῳ συνεχομαι . οἱ γαρ ἀπο πληθωρας σκοροδων ἐμουντες δια
ἐστι δηλητηριος , ἡτις ἁπαν το σωμα του φαγοντος αὐτην σπασμῳ ὑποβαλλει , ὡς και των χειλεων συσταλεντων γυμνουσθαι τους
9999525 Πελιᾳ
προς ἀμυναν των θηριων . τινες δε ἐν τῳ ἐπι Πελιᾳ ἀγωνι φασι τον Πηλεα λαβειν δια σωφροσυνην ἡφαιστοτευκτον μαχαιραν
εἰτε δια μηνιν Ἡρας , ἱν ' ἐλθοι κακον Μηδεια Πελιᾳ , “ το χρυσομαλλον δερας ” ἐφη “ προσεταττον
9999525 ἐθη
' ἑπου χωρας τροποις : ὁτι δει τα ἑκαστης χωρας ἐθη μιμεισθαι τον ἐν ἑκαστῃ διατριβοντα . Ἀλλ ' οὐκ
παρακαταθεμενων , ἀλλα και πολεις και χωραν και πολιτειαν και ἐθη και νομους και την ἐπωνυμιαν αὐτην του γενους ,
9999518 ἐμφραξειϲ
και νεφρουϲ ὁϲοι γε ἐπιτηδειωϲ ἐχουϲιν εἰϲ λιθων γενεϲιν , ἐμφραξειϲ δε και καθ ' ἡπαρ ἐργαζεται τοιϲ ἑτοιμωϲ παθειν
κινει και παχοϲ χυμων τεμνει και ταϲ ἐν τοιϲ ϲπλαγχνοιϲ ἐμφραξειϲ ἐκκαθαιρει . ἐϲτι δε τηϲ τριτηϲ ταξεωϲ κατα το
9999514 ῥινοϲ
τοιϲ ἀλλοιϲ ἐρρινοιϲ τοιϲ προγεγραμμενοιϲ ἐν τῳ περι των τηϲ ῥινοϲ παθων λογῳ . πινετωϲαν δε προ τηϲ τροφηϲ ὑϲϲωπον
οἰνῳ λειου . Ἀλλο προϲ τα ἐν τοιϲ ποροιϲ τηϲ ῥινοϲ ἁπλουϲτερα ἑλκη . λιθαργυρου ⋖ Ϛ ψιμμυθιου ⋖ η
9999508 ἐδεηθη
ἀλλος ἐν τε ἱστοριας μνημῃ και κινησεως καλλει διενεγκων , ἐδεηθη του Δημητριου εὐγνωμονεστατην , οἰμαι , την δεησιν ,
εἰναι και ποτοις κοινον των βασιλεων : διοπερ οὐδε πιστεως ἐδεηθη προς τουτο , ὡς των ἀκροατων αὐτοθεν συγχωρουντων .
9999508 Ἀρεα
ὑπαυγου αὐτης οὐσης ὁ διαθεμενος ταχεως τελευτησει . τον δε Ἀρεα δει παραφυλαττεσθαι ἀναγκαιως ἱνα μητε ὡροσκοπῃ μητε συν τῃ
ψυχροτητος ἐκ του θερμου κἀν ὁλως , τον δ ' Ἀρεα ξηροτατον ἐντυγχανοντα κρασει το της νυκτος ὑγροτατον παρενεβαλον μιξει
9999507 χονδρῳ
ἀκανθων . Εὑρισκεται δ ' ἐν τῃ κεφαλῃ αὐτου λιθος χονδρῳ παρομοιος ἁλος , ὁς καλλιστα ποιει προς τεταρταιας νοσους
, ὡϲ ἐξυδατουντα τουϲ χυμουϲ , χρηϲτεον δε ἐν τροφῃ χονδρῳ ὠοιϲ ῥοφητοιϲ ἀρτοιϲ ϲεμιδαλιταιϲ και χοιρειοιϲ ποϲι και ἀκροκωλιοιϲ
9999507 θηλεα
γαρ ἀνδριαν , και εἰ ποτε μιγεισαι γεννησειαν , τα θηλεα ἐτρεφον , και τους μεν δεξιους μαστους ἐξεθλιβον ,
διαμηριζειν μηδεν μαλλον μηδε ἡσσον παιδικα ἠ μη παιδικα μηδε θηλεα ἠ ἀρρενα : οὐ γαρ παιδικοις ἀλλα ἠ μη
9999506 σανιδι
, οὑτω κατανεινειν : ἁμα δε τῃ κατατασει χρη τῃ σανιδι καταναγκαζειν τον αὐτον τροπον ὡς τα ὑβωματα , κατ
εἰ δε λιθῳ , ὁ λιθος πηδᾳ . εἰ δε σανιδι και ἡλοις , ἐξηλθεντα πεσουνται . εἰ δε σιδηρῳ
9999506 σκληρᾳ
ἑκαστον πλεθρον ἐργασιας ἀρκειν ἑπτα , ἐν δε τῃ πανυ σκληρᾳ ὀκτω . και το πλεθρον δε των παλαιων ἀμπελων
θαλασσης . ἐριβρομου νεφελας στρατος : τον ὀμβρον φησι , σκληρᾳ μεταφορᾳ χρησαμενος διθυραμβωδως , παροσον πολλων νεφων εἰς ταὐτο
9999505 Ἐπιδαυρῳ
πονηρων εἰς ταὐτο συνεληλυθοτων : φασι δε γραυν τουτο εἰπειν Ἐπιδαυρῳ ἐπι δυο κλεπτων . Συρβα τυρβα : ἐπι των
της Σιβυλλης χρησμους , καθαπερ και του Ἀσκληπιου του ἐν Ἐπιδαυρῳ . ἐστι δε και ὀρος ὑπερκειμενον της πολεως το
9999503 σω
] λωροστ ? ? ? ? [ [ ! ] σω ? ? [ [ ] ! ! ! [
ἐσχεν : ὡς γαρ παρα το θω θειω , και σω σειω , οὑτω και παρα το κω κειω :
9999503 αἰχμη
, πως ἐπιφερει , τηλε δ ' ἀπ ' αὐτου αἰχμη χαλκειη χαμαδις , ὡς προτερον μη ἀποκεκομμενου , ἀλλ
? ? μεταμορφετο ? [ ] ? ? Ἀρεος ? αἰχμη θηοιτετκνιαλ ! ? ? ? ? ? ! !
9999502 θυμῳ
ποιητης προσηψεν ἑαυτῳ , την δ ' ἀποτομον ἀπειλην τῳ θυμῳ του ἡγεμονος ἐξαπινης οὐδεν προδηλωσας περιεθηκεν : ἐψυχετο γαρ
ψυχης . . . . , , ἐπιηρ ' ἀνα θυμῳ . . εἰ μη τις γρηυς ἐστι παλαιη ,
9999502 Λυκουργῳ
. . τετριπται δε και μετα γενικης , ὡς παρα Λυκουργῳ ἐν τῳ Περι της διοικησεως : ἐκ των ἱερων
της ἐλευθεριας , και την Σπαρτην σωζειν , και τῳ Λυκουργῳ συναγωνιζεται , και πειθεται τῳ θεῳ ; Εἰ δε
9999500 οἰνανθηϲ
: λιπαϲ δε το ῥοδινον μυρον ἠ το δια τηϲ οἰνανθηϲ ξυν οἰνῳ λευκῳ , εὐωδεϊ . ἐκ προϲαγωγηϲ δε
Κροκου , ἀλοηϲ , μαϲτιχηϲ , ἀψινθιου , ϲτυρακοϲ , οἰνανθηϲ , καϲαμου , καρυοφυλλου ἀνα # γ , ναρδου
9999500 ἐτρωσε
ἀντιχαρινοὑτω γαρ τιμωσιν οἱ δαιμονες τους τιμωντας αὐτουςχαλεψε και χαλεπως ἐτρωσε νιν και αὐτον ἐν ἰῳ και φαρμακῳ ὁ συργαστρος
διψα λιμος . και γαρ φοβηθεις τις μη τρωθειη προλαβων ἐτρωσε και ἐβλαψε προβουλευσαμενος και ἐρων ἐπεισθη κελευσαντι τῳ ἐρωμενῳ
9999498 ϲτρογγυληϲ
⋖ η γεντιανηϲ ῥιζηϲ ⋖ Ϛ δαφνιδων ⋖ ιϚ ἀριϲτολοχιαϲ ϲτρογγυληϲ ⋖ β μελιτοϲ ἀπηφριϲμενου το ἀρκουν . ἡ δοϲιϲ
ἀνθουϲ γληχωνοϲ ἀνα ⋖ δ ἀριϲτολοχιαϲ μακραϲ ⋖ β και ϲτρογγυληϲ ⋖ β μελιτοϲ ἀπηφριϲμενου το ἱκανον . ἡ τελεια
9999497 ἐδοξε
ὁ Μαγνης παγκρατιαστης οὐ προ πολλου του ἐν Ῥωμῃ ἀγωνος ἐδοξε παγκρατιαζοντος αὐτου νυκτα γεγονεναι . οὐ μονον ἐλειφθη τον
σαυτου κρισιν : πατερα σε εἰναι δει : τουτο γαρ ἐδοξε σοι , τουτ ' ἐδοκιμασας , τουτ ' ἐκυρωσας
9999497 Κιλικιᾳ
λεχθεισων δεκα ἐστι πολισμα τα Τυανα , ἐν δε τῃ Κιλικιᾳ καλουμενῃ τα Μαζακα ἡ μητροπολις του ἐθνους : καλειται
οἰκησαντα κολασθεντα δ ' ἐν Σικελιᾳ Ὁτι ὁ Τυφως ἐν Κιλικιᾳ μεν ἐγεννηθη ἐν Σικελιᾳ δε ἐκεραυνωθη ἐν τοις ποσι
9999497 ἱππεα
οἱ μεν γαρ Ἑλληνες οὐτε τοξοτην εἰχον οὐτε ἀκοντιστην οὐτε ἱππεα : οἱ δε προσθεοντες και προσελαυνοντες ἠκοντιζον : ὁποτε
ἱερεια βραχεως την ἐσχατην και βαρυτονως την παρατελευτον Ἑλληνες . ἱππεα ἁλιεα βασιλεα μακρως Ἀττικοι . ἱερειον Ἀττικοι , θυμα
9999495 κομιδῃ
' ἀληθη λεξειν περι αὐτου τουτονι . και οὑτω τοινυν κομιδῃ γελως ἐστι κατηγορειν ἐκεινου τουτονι . ἐγω γαρ Αἰσχινην
ὁτι των προσοδων ἐστερηται και στερησεται : ὁτι εἰς στενον κομιδῃ τα της τροφης τοις ξενοις αὐτῳ καταστησεται : και
9999494 Φοινικῃ
οὑ και ξοανον εἰναι μαλα σεβασμιον και ναον ζυγοφορουμενον ἐν Φοινικῃ : παρα δε Βυβλιοις ἐξαιρετως θεων ὁ μεγιστος ὀνομαζεται
κερδος ἐν δικαστηριοις οὑτοσι Παλλαδιος . διαφυγων μεν τας ἐν Φοινικῃ χορειας , τῳ πονειν δε ἡσθεις πλεον ἠ τῳ
9999492 Ἐπεζευχθω
περιλαμβανει το τε ΓΔΕΖΗ πενταγωνον και το ΘΚΛ τριγωνον . Ἐπεζευχθω ἡ ΔΗ : κυβου ἀρα ἐστιν ἡ ΔΗ .
ἐστιν ἡ δια των Α , Μ , Δ . Ἐπεζευχθω ἡ ΔΜ και ἐκβεβλησθω ἐπι το Θ . ἐπει
9999491 Ἰλλυριδα
Ἡμεις δ ' ἐπει τα κατα την Μακεδονικην και την Ἰλλυριδα διηλθομεν , μεταβησομεθα προς τας ἑτερογενεις πραξεις . κατα
Μυσοις και ἐν Γεταις και ἐν Σκυθιᾳ και ἀνα την Ἰλλυριδα , ἀφ ' ἱππων των Σκυθικων και Ἰλλυρικων διωκουσιν
9999490 πικραϲ
. το δε γιγγιδιον ὁμοιον ἐϲτι τῳ ϲκανδικι ϲτυφουϲηϲ και πικραϲ οὐκ ὀλιγηϲ μετεχον ποιοτητοϲ : ἐϲτι δε και εὐϲτομαχον
ϲυνθετον ἐχετωϲαν δυναμιν ἐκ τε τηϲ χαλαϲτικηϲ και λεπτομερουϲ και πικραϲ και τηϲ ϲτυφουϲηϲ . Τοιϲ μεν κριτικωϲ γιγνομενοιϲ ῥιγεϲιν
9999489 σιδηρῳ
δε περι τους χαλινους και στομια και φαλαρα χρυσῳ , σιδηρῳ δε οὐδ ' ἀργυρῳ χρεωνται οὐδεν . Οὐδε γαρ
αὐτος φοβερος γινεται . πως οὐν ἀκροπολις καταλυεται ; οὐ σιδηρῳ οὐδε πυρι , ἀλλα δογμασιν . ἀν γαρ την
9999488 ὀπισω
του ἠτρου ὡς ἐπι τον περινεον και δια της ἑδρας ὀπισω ἐνεγκειν , ἱνα ὁμοσε αἱ τεσσαρες των καιριων ἀρχαι
διαλιπειν την ἡμερην ταυτην : ἠν δε μη , πυριῃν ὀπισω : πυριωμενη δε , ἠν δυνηται σκεψασθαι , κελευειν
9999487 σελινῳ
Συρμαιην . βρωμα δια στεατος και μελιτος , ἠ λαχανον σελινῳ ἐοικος . Σκυταλαις . ῥαβδοις . Σωστρα . σωτηρια
οἱ Καρχηδονιοι † ἐν ᾑ νησῳ Σαρδοι βοτανη γινεται ὁμοια σελινῳ ἡς οἱ γευομενοι σπασμῳ κατεχομενοι ἀκουσιως γελωσι και οὑτως
9999487 ϲκληριαϲ
και ὀδυνηρου παυϲαμενου , μενοντοϲ δε του ὀγκου και τηϲ ϲκληριαϲ . τουτοιϲ οὐν και το ϲτομα δυϲωδεϲ γινεται ,
ἠ κολοκυνθῃ ὠμῃ . χρονιου δε τηϲ διαθεϲεωϲ οὐϲηϲ μετα ϲκληριαϲ ϲικυου ἀγριου ῥιζαν ἑψηϲαϲ ἐν μελικρατῳ και λειοτριβηϲαϲ μετα
9999484 ὁρῳ
εἰ ὑπηρξεν ἠ εἰ ὑπαρξει ζητουμεν , ἐν δε τῳ ὁρῳ το ἰδιον του πραγματος , ὁπως το ὀνομα ὁρισθῃ
κεκωλυκεν αὐτον λεγειν . Ἡ πηλικοτης , ὡς ἐν τῳ ὁρῳ : ὁτι μεγα το γινομενον : ὁ βιαιος ὁρος
9999484 ἐψηφισασθε
, ποτερον ἰστε ὁτι ἐσται οὑ ἑνεκα πραττειν διανοεισθε ἁ ἐψηφισασθε , οὐκ οἰομαι ἀν φησαι ὑμας . τι δ
ἐδεηθη ἐξετασεως , ἀλλα ὡσπερ προτερον ἐν τῳ φανερῳ παντες ἐψηφισασθε , ὁποτε με ὑπενοησατε βουλεσθαι , το αὐτο και
9999483 νεφροιϲ
και ϲτυφεϲθαι τον οὐρητικον πορον . ταυτα των ἐν τοιϲ νεφροιϲ λιθων τεκμηρια τελειοιϲ μαλλον ἀνδραϲι γινομενων : ἡ δε
, και δηλονοτι θερμοτητοϲ μετεχει , ᾑ και τουϲ ἐν νεφροιϲ λιθουϲ ἡ ῥιζα θρυπτει : και ψωραϲ και τραχυτηταϲ
9999481 Δωριεα
δε αὐτοις Κλεομβροτον . ἐπει δε ἀπεθανεν Ἀναξανδριδης , Λακεδαιμονιοι Δωριεα και γνωμην Κλεομενους και τα ἐς πολεμον ἀμεινονα εἰναι
του βωμου του Διος : διο και ποιησαι εἰς αὐτον Δωριεα τον ποιητην ταδε : τοιος ἐην Μιλων , ὁτ
9999480 Πρωταρχε
δε ἐπιστημαι και διαφοροι . Την τοινυν διαφοροτητα , ὠ Πρωταρχε , [ του ἀγαθου ] του τ ' ἐμου
τοιαυτ ' ἐστιν ; Λεγω τουτ ' αὐτο , ὠ Πρωταρχε . Τι οὐν οὐκ αὐτος ἀπεκρινω σαυτῳ , ὠ
9999478 σχοινῳ
φυεται ἐν Κρητῃ μονῃ : ἐχει δε τα φυλλα ὁμοια σχοινῳ και τας ῥαβδους και τον καρπον : μικροτερα δε
και θειον ἐπιβαλλειν , ἐπειτα φλογωθεντα φακελλον και ἐξαψαντα ἐπαφιεναι σχοινῳ ἐπι την χελωνην . Τα δε τοιαυτα προτεινομενα ἀπο
9999478 ὡροσκοπῳ
τους γονεις ποιουσιν . ὁ Ἡλιος δυνων , διαμετρος τῳ ὡροσκοπῳ , χωρισμον γονεων ποιει . το αὐτο δε Σεληνη
ἐσονται τα τοιαυτα προφασει μεγιστανων : εἰ δε ἐν τῳ ὡροσκοπῳ , ἐξ ἰδιας κινησεως και ἀγωνος και οἰκειου ἐργου
9999474 Πρωταγορᾳ
: ἐξει τον ἀσκαντην λαβων : και Πλατων ὁ φιλοσοφος Πρωταγορᾳ : και ἁμα ἐπιψηλαφησας του σκιμποδος , ἐκαθεζετο παρ
ἐκ γε του λογου ἀναγκη εἰναι . Τι δε αὐτῳ Πρωταγορᾳ ; ἀρ ' οὐχι ἀναγκη , εἰ μεν μηδε
9999472 θαυμαϲτωϲ
δια δριμειϲ τε και δακνωδειϲ χυμουϲ ὀδυνηθεντων το κωλον . θαυμαϲτωϲ δε ποιει προϲ αὐτουϲ , κἀν ἐμοιεν , ἀνηθον
εὐ μαλα ἐκτριβει , ὁθεν ἐπιληψιαϲ και ταϲ ἐντευθεν μανιαϲ θαυμαϲτωϲ ἀποϲκευαζομενον φαινεται . [ εὑρον δε ἐγω την γραφην
9999471 βλεφαροιϲ
των φλυκταινων , γιγνονται δε και οὑτοι ποτε ἐν τοιϲ βλεφαροιϲ εἰϲ ϲυμπαθειαν μεγιϲτην ἀγοντεϲ τον ὀφθαλμον , φερε και
αὐτου ἰϲχυροτατα φαρμακα , ὡϲτε και προϲ ταϲ ψωρωδειϲ ἐν βλεφαροιϲ διαθεϲειϲ ἁρμοττειν . ἐκ δε των ἀρωματικων φαρμακων ἐπιτηδειωϲ
9999470 ναυκληρῳ
τοκους προκεισθαι και στεφανον διδοσθαι εἰς τιμην , τῳ δε ναυκληρῳ ἀνολκην και καθολκην . Ἐξοπλισιας τε πυκνας ποιεισθαι ,
κρωζους ' εἰς την Λιβυην μεταχωρῃ : και πηδαλιον τοτε ναυκληρῳ φραζει κρεμασαντι καθευδειν , εἰτα δ ' Ὀρεστῃ χλαιναν
9999470 Ἐπι
τουτο λυσιτελησει τῳ λογῳ και ἀλλως χαριεν ὀν λεγομενον . Ἐπι τινα θεραπειας τινος δεομενον ἀφικομην , ἑπετο δε και
του κυκλου , κατα μηκος της φυσιος του ἀνθρωπου . Ἐπι παντι ἑλκεϊ ἐρυσιπελατος ἐπιγενομενου , καθαρσιν δει ποιεεσθαι του
9999469 Περσικῳ
: τον δε Μαζηνην ἐπαρχειν νησου τινος των ἐν τῳ Περσικῳ κολπῳ : καλεισθαι δε την νησον Ὀαρακτα : εἰς
. . Ϙδ ι ∠ ʹ : ἐν δε τῳ Περσικῳ κολπῳ Ἀπφανα νησος , ἡτις ἐπεχει μοιρ . πα
9999468 φαρυγγα
μεντοι τα ἀκεα ἑτερωθι λελεξεται . Θεραπεια των κατα την φαρυγγα λοιμικων παθων . Πη μεν ξυνη και τωνδε προϲ
εὐκερως τε και λευκος και βεβηκως ἠδη και βαθυς την φαρυγγα και πιων τον αὐχενα και ἱλαρον βλεπων ἐς την
9999466 ἐδακρυσε
συγγνωμην , οἱον Κλεωνος τους ἐκ Πυλου τριακοσιους εἰσαγοντος Νικιας ἐδακρυσε , και κρινεται ὑπο Κλεωνος ὑβρεως : την γαρ
ἐξῃει των Σαρδεων . και ὁ Θεοδωρος τον συγγραφεα μεταπεμψαμενος ἐδακρυσε την ἐξοδον , και ἀνδρι τἀλλα γε ἀτεραμονι και
9999466 ἐθελησῃ
δε και ὑποτακτικως ἐν τοις συμφωνοις : ὁταν δε ἐκφωνειν ἐθελησῃ ἠ κριναι την ἑτερου προφοραν , τοτε περι το
τους φυγοντας ; Και μαλα , ἠνπερ ἡ ἱερεια μοι ἐθελησῃ προς ὀλιγον χρησαι την ὁρμιαν ἐκεινην και το ἀγκιστρον
9999464 σελιδιῳ
εἰσενεγκοντες τα παρακειμενα αὐτῳ ἑξηκοστα ἐν τῳ αʹ του ἀστερος σελιδιῳ ἐπισκεψομεθα , κἀν μεν προς ἀφαιρεσιν ᾐ τα ἑξηκοστα
με : αἱς παρακειται τεταρτῳ σελιδιῳ # γ , ἑκτω σελιδιῳ # # : γινεται # γ τα διαφορα .
9999463 ἠϋκομοιο
κειτο γαρ ἐν νηεσσι ποδαρκης διος Ἀχιλλευς κουρης χωομενος Βρισηϊδος ἠϋκομοιο , την ἐκ Λυρνησσου ἐξειλετο πολλα μογησας Λυρνησσον διαπορθησας
εὑρε μαχης ἐπ ' ἀριστερα δακρυοεσσης διον Ἀλεξανδρον Ἑλενης ποσιν ἠϋκομοιο θαρσυνονθ ' ἑταρους και ἐποτρυνοντα μαχεσθαι , ἀγχου δ
9999463 ἠλπισε
, θαυμαστης δε της ῥωμης , ὁστις ταυτα πρωτος πεισειν ἠλπισε και οὐκ ἀπεγνω πραγμα τοσουτον : θαυμαστης δε και
γε ὁ μεν τυχων ἐπι του κατορθωσαντος και ἐπιτυχοντος ὁ ἠλπισε λεγεται , ὁ δε ὑπονοησας ἐπι του προαισθομενου το
9999463 ὁκοσα
ἐπωνυμιη ἀπικετο . περι ταυτης ὠν της πολιος ἐρχομαι ἐρεων ὁκοσα ἐν αὐτῃ ἐστιν : ἐρεω δε και νομους τοισιν
ἀκαταμαθητα ἐστι τοισιν ἰητροισιν , ἐπικαιρα ἐοντα εἰδεναι , και ὁκοσα μεγαλας ὠφελειας φερει ἠ μεγαλας βλαβας . Ἀκαταμαθητα μεν
9999463 ξηρανθῃ
ὑπο Κυνα καυμασι , κινων ῥαβδῳ ἐρυθρου χαλκου , ἑως ξηρανθῃ : ἀποτιθεσο δ ' ἐν κεραμιαιῳ τευχει . ποιει
ἑτερος ἀντειπεν : ” ἐαν οὐν και το ἐνθαδε ὑδωρ ξηρανθῃ , πως δυνησομεθα ἀνελθειν ; ” ὁ μυθος δηλοι
9999461 νεα
και τελεσφορουσι την ἐν ἑκαστοις φυσιν δολιχευειν παρασκευαζοντες , ὡς νεα παλαιοις ἐπανθειν και ἐπακμαζειν προς χορηγιας ἀφθονους των δεομενων
του θεου φυλακτεα . Πατερ , πιθου μοι , κεἰ νεα παραινεσω . Τον ἀνδρ ' ἐασον τονδε τῃ θ
9999460 ξηροιϲ
ἐϲθ ' ὁτε ϲυν ἀμυγδαλοιϲ ἠ ῥοδοιϲ , ἠ τοιϲ ξηροιϲ ἠ ἁπαλοιϲ , ἠ ϲυν ἡδυοϲμῳ μετα γληχωνοϲ μιϲγομενων
δει δε ταϲ εὐηθειϲ θεραπευειν , ταϲ μεν μικραϲ φαρμακοιϲ ξηροιϲ , ὡϲ τῳ προϲ τουϲ ψωρωδειϲ κανθουϲ δια καδμιαϲ
9999459 Γαληνοϲ
μετωπον . ἐνιοι δε των ἡμετερων διδαϲκαλων , φηϲιν ὁ Γαληνοϲ , τουτῳ ἐχρωντο προϲ ἡμικραιραϲ : πεπερεωϲ λευκου ⋖
θωρακοϲ και πνευμονοϲ ἀναγωγαιϲ ϲυναιρεται . και ταυτα μεν ὁ Γαληνοϲ . τα δε δια πειραϲ ταυτα : τοιϲ ἀρθριτικοιϲ
9999459 Κρητῃ
Μιμαλλονες και Ναϊδες και Νυμφαι προσαγορευομεναι . Ἐν δε τῃ Κρητῃ και ταυτα και τα του Διος ἱερα ἰδιως ἐπετελειτο
υἱα κατεκτανον Ἰδομενηος , Ὀρσιλοχον ποδας ὠκυν , ὁς ἐν Κρητῃ εὐρειῃ ἀνερας ἀλφηστας νικα ταχεεσσι ποδεσσιν , οὑνεκα με
9999458 φαιδιμ
κεκασμενε , κερδαλεοφρον : ἡ διπλη , ὁτι Ζηνοδοτος γραφει φαιδιμ ' Ὀδυσσευ . ἀσυμφωνως δε τῃ ἐπιπληξει φαιδιμος ἀν
τουτο : ᾐομεν , ὡς ἐκελευες , ἀνα δρυμα , φαιδιμ ' Ὀδυσσευ : εὑρομεν ἐν βησσῃσι τετυγμενα δωματα καλα
9999458 μορφῃ
μορφης συνισταται ἠ ἐκ των ἀναλογουντων τῃ ὑλῃ και τῃ μορφῃ : ἀναλογει δε τῃ μεν ὑλῃ το γενος ,
ἡ Ἑλενη του Τηλεμαχου τον πατερα εὑρουσα τῃ του Τηλεμαχου μορφῃ οὐδε γε ὁ Μενελεως ὁμολογησας τῃ γυναικι και εἰπων
9999457 ϲτομαχοϲ
πληττονται ὑπο τηϲ του ψυχρου ποϲεωϲ : τῳ μεν γαρ ϲτομαχοϲ ἐπαθεν οὑτωϲ ἰϲχυρωϲ , ὡϲτε ἀπολεϲαι την ἐνεργειαν και
, ἀταρ και τα ἀλλα διψαλεα ὀργανα , ϲτομα , ϲτομαχοϲ : οὐρα λεπτα , ὑδατωδεα : κοιλιη τα πολλα
9999456 δρομῳ
Σκιπιωνες , ἐπει της ἀναχωρησεως αὐτου ἐπυθοντο , Λυσιμαχειαν τε δρομῳ κατελαβον και των ἐν Χερρονησῳ θησαυρων τε και ὁπλων
ἀποκτενειν με . ἐγω δε ὁρων του δεινου το μεγεθος δρομῳ εἰσω παρερχομαι ἐνθα οἱ ἐμοι δεσποται κοιμηθησεσθαι ἐμελλον .
9999454 ψηφισμ
Εἰ μεν ὁτῳ πλειστοι συνειποιεν , ὠ βουλη , το ψηφισμ ' ἐκελευε δουναι τον στεφανον , κἀν ἀνοητος ἠν
αὐτην δωρειαν ; καιτοι πολυ γε νομιμωτερον και δικαιοτερον το ψηφισμ ' ἐκειν ' ἠν οὑ συ νυν ἀξιοις ψηφισασθαι
9999453 σπορᾳ
Πετοσιριν ὁτι ἐν ᾡ ζῳδιῳ εὑρισκεται ἡ Σεληνη ἐν τῃ σπορᾳ τουτο ὡροσκοπησει ἐν τῃ ἐκτεξει , ὁπου δε ἐν
του κατηγορου ὁτι ἠγαγετο ὁ τουτου πατηρ ἐπι γνησιᾳ παιδων σπορᾳ ἐλπιζων γηροκομεισθαι : εἰτα ὁτι πεποιηκε παιδα : ἀνηγαγε
9999453 σκυτεα
οὑτος δε τοὐναντιον συνεπερανατο , το τον Σιμωνα ἀγαθον ὀντα σκυτεα μοχθηρον εἰναι . ἡ δε ἀγωγη του σοφισματος τοιαυτη
ἐτι δε δοξαν ὑπαρχειν αὐτῳ . ἀναγιγνωσκοντος δε αὐτου τον σκυτεα ἐφη προσεχειν ἁμα ῥαπτοντα . και τον Κρατητα εἰπειν
9999452 Μεγαρεα
και ἐδειτο αὐτου συστησας Φιλωνδαν , ἀνδρα το μεν γενος Μεγαρεα , μετοικουντα δ ' Ἀθηνησιν , πιστως δε τουτῳ
. ἠν δε σχολη φιλοσοφων Μεγαρικων λεγομενη , διαδεξαμενων Εὐκλειδην Μεγαρεα Σωκρατικον , ὡς Στραβων ἐνατῃ . το θηλυκον ἐπι
9999452 ἐξηγγελθη
και τα προσωπα ὡς ἐπι μεγαλῳ κακῳ . ταυτα ὡς ἐξηγγελθη Ἀλεξανδρῳ , κελευσαι στρεβλωθηναι τον καθισαντα , μηποτε ἐξ
γενομενοι ἐφευγον ἀπολιποντες τας πολεις . και Ἀλεξανδρος , ἐπειδη ἐξηγγελθη αὐτων ἡ φυγη , σπουδῃ ἐδιωκεν : ἀλλα οἱ
9999451 γλιϲχρουϲ
ὑποϲτρυφνον ἐχει : ῥυπτει τοιγαρουν και τεμνει τουϲ παχειϲ και γλιϲχρουϲ χυμουϲ μετα του ϲυναγειν και ϲφιγγειν τα ϲωματα :
του ϲωματοϲ ληφθειη , τεμνει και λεπτυνει τουϲ παχειϲ και γλιϲχρουϲ χυμουϲ πολυ μαλλον των ἁλων . ἀφρονιτρον δε εἰ
9999450 κομισῃ
Διατετακται παρα Δελφοις τῃ θυσιᾳ των θεοξενιων , ὁς ἀν κομισῃ γηθυλλιδα μεγιστην τῃ Λητοι , λαμβανειν μοιραν ἀπο της
γαρ παρα Δελφοις τῃ θυσιᾳ των Θεοξενιων , ὁς ἀν κομισῃ γηθυλλιδα μεγιστην τῃ Λητοι , λαμβανειν μοιραν ἀπο της
9999450 ἠχθω
, ΕΠ , δια δε του Α τῃ ΜΕΘΝ παραλληλος ἠχθω ἡ ΣΑΤ , και πεποιησθω , ὡς μεν το
ἐσται ἡ ὑπο ΘΓΑ γωνια της κλισεως των ἐπιπεδων . ἠχθω δη και ἀπο του Β ἐπι την ΑΓ καθετος
9999449 Πατροκλῳ
οὐν λεγεσθαι , ὁτι χρησθαι αὐτοις μελλει εἰς τον ἐπι Πατροκλῳ ἀγωνα προς τα ἐναντια τοις τραυμασιν ἀγωνισματα . ὑπεξαιρουμενος
: ὁ ἀστερισκος , ὁτι ἐντευθεν μετενηνεκται εἰς τον ἐπι Πατροκλῳ ἀγωνα ἐπ ' Ὀδυσσεως τρεχοντος . . . Ν
9999449 χαλκῳ
δαμεις ἐν δηϊοτητι . βη δε δια προμαχων κεκορυθμενος αἰθοπι χαλκῳ , ἀμφι δ ' ἀρ ' αὐτῳ βαιν '
α , ὀξουϲ # α : ἑψε το παν ἐν χαλκῳ ϲκευει , μελιτωδει δε χρω δια μοτων . Ἀλλο
9999448 ἐλθῃς
ἐγκεφαλος ἠλλοιωτο . δει δε , Καριων , ὁταν μεν ἐλθῃς εἰς τοιουτον συρφετον , Δρομωνα και Κερδωνα και Σωτηριδην
Πολυμηστωρ : αὐτη ἐν τῳ ποδι σου ἐμβησῃ , ἠγουν ἐλθῃς , εἰς το ἀκρον του ἱστου . και παλιν
9999448 φειδω
Ἑλληνος ξενου ὁ Ἀναχαρσις την ἀφθονιαν των ἐργων και την φειδω των λογων . Ἠσαν δε που και οἱ Πυθαγορου
και φιλου μαχου πανυ . Ὑβριν δε τικτει πλουτος ἠ φειδω βιου . Ὑφασμ ' ὑφαινειν μανθανε στροφας λογων .
9999448 Ἀκαδημιᾳ
ὡς ἀν μηδεν των πανταχου σοφως εὑρημενων διαλαθῃ τους ἐν Ἀκαδημιᾳ φιλοσοφουντας . Οἰον και περι της ὑλης πῃ μεν
μεν Ἀριστοτελης ἐν Λυκειῳ ἐπαιδευεν , ὁ δε Ξενοκρατης ἐν Ἀκαδημιᾳ : ὑστερον δε τοις μεν ὁ τοπος ἐξελιπε και
9999446 Θετταλικα
τι προς τα Λυδων δειπνα και τα Θετταλων ; τα Θετταλικα μεν πολυ καπανικωτερα . ἐρειδετον : κἀγω κατοπιν σφῳν
, καινου το ἐντευθεν βιου φασιν ἀρχεσθαι . τα δε Θετταλικα ἐναγισματα φοιτωντα τῳ Ἀχιλλει ἐκ Θετταλιας ἐχρησθη Θετταλοις ἐκ

Back